Ενότητα :Πόλεις-Αστικό Περιβάλλον

Τίτλος : Μαργαρίτα Καραβασίλη: ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Διαβάστηκε: 5760 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου
ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ - ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ Ο αειφόρος πολεοδομικές σχεδιασμός είναι ζήτημα καίριας και καθοριστικής επιλογής για το μέλλον των πόλεών μας, αλλά και του πλανήτη. Και δεν χωράει καθυστέρηση. Είναι ώρα να αναλάβουμε πρωτοβουλίες προς ένα ολοκληρωμένο πολεοδομικό σχεδιασμό, με στόχο την εφαρμογή των αρχών της αειφορίας, που θα βασίζεται στον επανασχεδιασμό της υφιστάμενης πόλης και στην ανάπλαση και επαναχρησιμοποίησή της, με έμφαση σε διαρθρωτικές αλλαγές του πολεοδομικού ιστού, κατάλληλες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις και κυρίως στην αύξηση των ελεύθερων χώρων και στην κατάλληλη διαμόρφωση αυτών. Ο αειφόρος - οικολογικός σχεδιασμός αντλεί στοιχεία από τις αρχές του βιοκλιματικού σχεδιασμού και αντιμετωπίζει τον ελεύθερο χώρο, τα κτίρια ή τα οικιστικά σύνολα ως μία ενότητα αλληλεξαρτώμενη που σχετίζεται άμεσα, επηρεάζει και επηρεάζεται από το κλίμα του τόπου. Προς τούτο ως πρωταρχικός στόχος του σχεδιασμού τίθεται η δημιουργία ευνοϊκού μικροκλίματος, που συμβάλλει στον περιορισμό της κατανάλωσης συμβατικών πηγών ενέργειας στη βάση της αξιοποίησης όλων των θετικών παραμέτρων του κλίματος (διαθέσιμη ηλιακή ενέργεια, δροσεροί άνεμοι, υφιστάμενη ή νέα φύτευση, φυσικό φως, κ.λ.π.). Στα πλαίσια ενός σχεδιασμού που εντάσσεται στις αρχές της ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ και της προστασίας του περιβάλλοντος οφείλουμε να εξασφαλίσουμε την τήρηση βασικών αρχών όπως την προστασία και διατήρηση των τοπικών οικοσυστημάτων και τη συνετή διαχείριση των φυσικών πόρων (νερό - έδαφος). Έτσι απαραίτητες ενέργεις είναι η άμεση προώθηση της ανακύκλωσης υλικών και απορριμάτων και του βιολογικού καθαρισμού λυμμάτων. Η αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ηλιακής, αιολικής, βιομάζας, κλπ.) και η εξοικονόμηση ενέργειας και νερού. Η κατάλληλα προσανατολισμένη χάραξη των οδών και των οικοδομικών τετραγώνων για τη βέλτιστη αξιοποίηση των ευνοϊκών κλιματικών παραμέτρων (προοστασία από τους βορεινούς ανέμους, αξιοποίηση των δροσερών ανέμων, της ηλιακής ακτινοβολίας, κλπ.. Η επιλογή κατάλληλης φύτευσης και υλικών επίστρωσης για τη διαμόρφωση των ελεύθερων χώρων, νησίδων πρασίνου, πάρκων, πρασιών, κλπ. για τη δημιουργία ευνοϊκού μικροκλίματος, εξασφάλιση σκιασμού το καλοκαίρι και ελέυθερη πρόσπτωση ηλιακής ακτινοβολίας το χειμώνα. Η ηχοπροστασία. Ο ενεργειακός σχεδιασμός δικτύων υποδομής. Ο καθορισμός ευνοϊκών για τον ηλιασμό των κτιρίων σχέσεων δομημένου - ελεύθερου χώρου (ποσοστό κάλυψης, ΣΔ μέγιστα ύψη, αποστάσεις μεταξύ των κτιρίων, κλπ.) Βασικό εργαλείο η Αρχιτεκτονική, η οποία ως τέχνη και τεχνική είναι η πλέον αντιπροσωπευτική έκφραση του αστικού χώρου και βεβαίως των πόλεων, που εκφράζει, τόσο το κυρίαρχο, κάθε φορά, κοινωνικοπολιτικό σύτημα, όσο και την πολιτιστική ταυτότητα κάθε τόπου. Η ιστορία αναφέρει πως οι λαοί που προόδευσαν και αναδείχθηκαν στην αρχιτεκτονική διακρίθηκαν και στο γενικό πολιτισμό. Είναι γεγονός πως η ποιότητα της αρχιτεκτονικής ανά τους αιώνες, που καθορίζεται από την «αντοχή» των αρχιτεκτονικών δημιουργημάτων στον χρόνο, εκφράζει σαφώς και το πολιτιστικό επίπεδο κάθε κοινωνίας. Η αρχιτεκτονική γεννήθηκε από τη στιγμή που ο άνθρωπος εγκατέλειψε τα σπήλαια και άρχισε να κατασκευάζει ο ίδιος χώρους, κατάλληλους να προστατευθεί από τους εχθρούς και τις καιρικές συνθήκες, από τη στιγμή που οι πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες αναζήτησαν τρόπους στέγασης. Οι κατασκευές αυτές εξελίχθηκαν παράλληλα με την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Έτσι και η αρχιτεκτονική γεννήθηκε και εξελίχθηκε μαζί μτις κοινωνίες και τους πολιτισμούς. Αυτό συνέβη και στην Ελλάδα, όπως φαίνεται από τα πλούσια ευρύματα που διαθέτουμε. Κάθε εποχή διαθέτει τα δικά της πολιτισμικά χαρακτηριστικά που εκφράστηκαν σε όλες τις μορφές τέχνης, όπως και στην αρχιτεκτονική. Η κλασική περίοδος, που χαρακτηρίζονταν κυρίως από τον ορθολογισμό και τη σοφία, μας έδωσε εξαιρετικά δείγματα υψηλής αρχιτεκτονικής, που χαρακτηρίζεται από λιτότητα, συμμετρία και αρμονία στις μορφές και εσωτερικότητα στη λειτουργία. Η ρωμαϊκή περίοδος, που χαρακτηρίζονταν από «μεγαλοϊδεατισμό», παρήγαγε αντίστοιχα μεγαλεπήπολα, επιβλητικά αρχιτεκτονικά έργα, που εγκατέλειψαν όμως την ανθρώπινη κλίμακα και αναπαρήγαγαν τις κυρίαρχες αξίες επιβολής, εξουσίας και προβολής. Αντίθετα η βυζαντινή περίοδος, που κυριαρχήθηκε από θρησκευτικές αντιλήψεις και ανάλογες αξίες, εκφράστηκε από έργα λιτής, σεμνής αρχιτεκτονικής έκφρασης, διακοσμημένα με περίτεχνα «λατρευτικά» στοιχεία, που ενέπνεαν σεβασμό και δέος μπροστά στο θείο. Η μορφή της κατοικίας εξελίχθηκε σταδιακά μαζί με τις ανθρώπινες κοινωνίες και, κάθε φορά, εξέφραζε τις κυρίαρχες ανάγκες, τα ήθη και τις συνήθειες. Ωστόσο, στην πορεία των αιώνων έχουμε παρατηρήσει επαναλήψεις μορφών και τεχνικών. Η μορφή της σημερινής κατοικίας πέρασε από την «κοινωνική κατοικία», που χαρακτήρισε την περίοδο της βιομηχανικής ανάπτυξης στην «ιδιωτική κατοικία». Η βιομηχανική επανάσταση καθόρισε έναν συγκεκριμένο τύπο κατοικίας, ακριβώς για να μπορέσουν οι κοινωνίες να απιλύσουν βασικά και ζωτικά προβλήματα στέγασης και για το λόγο αυτό το καθοριστικό στοιχείο ήταν η μαζική παραγωγή κατοικιών, χαμηλού κόστους και όχι η αισθητική ή μορφολογική αναζήτηση, με αποτέλεσμα τούτο να εκφράζεται και στην αρχιτεκτονική της εποχής, που εστιάστηκε περισσότερο στην επίλυση λειτουργικών ζητημάτων. Οι αρχιτέκτονες που οικοδόμησαν τις πόλεις του χθες άφησαν έργα που αποτελούν αριστουργήματα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Οι αρχιτέκτονες αυτοί, που ήταν συνήθως «ανώνυμοι» τεχνίτες, άφησαν έργα που άντεξαν στο χρόνο και μας άφησαν περίτρανη κληρονομιά τους εξαιρετικούς παραδοσιακούς οικισμούς και τα κτίρια. Καθοριστικός παράγοντας για την ποιότητα κάθε έργου, μεμονωμένου ή συνολικού ήταν η έγνοια της ενσωμάτωσης του έργου στο φυσικό περιβάλλον, στο τοπίο, στον χώρο. Οι άνθρωποι που έκτισαν τις πόλεις του χθες, αρχιτέκτονες ή ανώνυμοι τεχνίτες, είχαν το προνόμιο να ζουν κοντά στη φύση και έτσι τη γνώριζαν καλά. Μελετούσαν τους νόμους της φύσης, την τοπογραφία, έβλεπαν, παρατηρούσαν, αφουγκραζόταν το κάθε τι και πέτυχαν να εντάξουν αρμονικά τα έργα τους στη φύση και στο χώρο. Οι δομές, όπως αυτές εκφράστηκαν από το κέλυφος που κατασκεύαζε στο χώρο η τεχνική των εκάστοτε ανθρώπινων κοινωνιών, αποτελούσαν και το υπόβαθρο ανάπτυξης αυτών των κοινωνιών. Η αρχιτεκτονική όφειλε να ικανοποιεί υπαρκτές ανάγκες και ως εκ τούτου δεν είχε παρά να υπακούει στους φυσικούς νόμους για να εξασφαλίσει στους κατοίκους ασφάλεια, υγιεινή και να τους προστατεύει από τους εχθρούς και τις καιρικές συνθήκες. Σπουδαία τέχνη είναι αυτή που ικανοποιεί και εκφράζει πραγματικές ανάγκες κάθε εποχής. Ωστόσο, γίνεται «μεγάλη» και εμνευσμένη όταν και η εποχή είναι εμπνευσμένη. Βρίσκεται σε παρακμή όταν και οι κοινωνίες παρακμάζουν. Αυτό είναι έκδηλο σε όλες τις μορφές τέχνης, στα έργα που άφησαν ακόμη και σπουδαίοι καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες σε περιόδους κρίσεων (κοινωνικής, οικονομικής, πολιτιστικής), όπου έλλειπε το όραμα και η έμπνευση. Οι κοινωνικές ανακατατάξεις, οι πόλεμοι και οι φυσικές καταστροφές δημιουργούσαν άλλες ανάγκες και απαιτήσεις και τότε η τέχνη είτε σιωπούσε, είτε επαναστατούσε! Ωστόσο, ακόμη και στη δεύτερη περίπτωση δεν κατάφερνε να ξεπεράσει την κρίση. Για την περίπτωση της Ελλάδας θα λέγαμε ότι η τέχνη γνώρισε την μεγαλύτερη παρακμή της στην περίοδο της δικτατορίας, όπου δεν είναι τυχαίο ότι επικράτησε η τέχνη του «κιτς»! Η εποχή μας έχει σήμερα, με την περιβαλλοντική κρίση που επικρατεί, έχει ανάγκη, περισσότερο από ποτέ, από μια πολεοδομία με «ανθρώπινο» πρόσωπο. Από μια αρχιτεκτονική που θα καθοδηγείται από τη σοφία και την οικονομία της φύσης, άρα από την οικολογία. Από μια βιοκλιματική αρχιτεκτονική, που ελαχιστοποιεί τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την κατασκευή και λειτουργία των κτιρίων σε όλο τον κύκλο ζωής τους, που θα μειώνει τις καταστροφές από την χωρίς όρια ανάπτυξη, από την ανεξέλεγκτη αστικοποίηση, την συνεχιζόμενη υπερσυγκέντρωση δραστηριοτήτων. Η διατάραξη της ισορροπίας των οικοσυστημάτων και η γιγάντωση της περιβαλλοντικής κρίσης δεν ευνοεί την αισιοδοξία. Τα σύγχρονα έργα των ανθρώπων σπάνια πραγματοποιούν τη βαθιά επιθυμία του ανθρώπου, αυτή της συνάντησής του με τη φύση. Για το λόγο αυτό χρειάζεται επαναπροσδιορισμός των αξιών και αυτός πρέπει να γίνει με γνώμονα την εμπειρία που διαθέτουμε από την παράδοση (παραδοσιακή αρχιτεκτονική, οικοδομικές πρακτικές, τοπικά δομικά υλικά, κλπ) και από τη γνώση για τις δυνατότητες που προσφέρουν οι καινοτόμες καθαρές τεχνολογίες, για την αξιοπιστία των τεχνικών και συστημάτων εξοικονόμησης ενέργειας, νερού, ανακύκλησης, και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Υποστηρίζουμε ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια θεραπείας της σύγχρονης αρρώστιας των πόλεων, αρχίζοντας από την αρχιτεκτονική και την τέχνη. Τα σύγχρονα κτίρια και οι σύγχρονες πόλεις μπορούν και πρέπει να βελτιωθούν. Να γίνουν πιο αποδοτικά, περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά. Μπορούν και οφείλουν να συμβάλλουν στον περιορισμό των σοβαρών επιπτώσεων που δημιούργησαν στο άμεσο περιβάλλον τους, στο μικροκλίμα, αλλά και στον πλανήτη. Η οικολογική δόμηση και η βιοκλιματική αρχιτεκτονική δίνουν τις απαντήσεις. Η εκμετάλλευση του ήλιου, σαν βασική πηγή θερμότητας, των ευνοϊκών δροσερών ανέμων και των άλλων παραμέτρων του κλίματος, η κατάλληλη φύτευση αυλών και κήπων, ώστε να συμμετέχουν λειτουργικά και στην θερμική προστασία των κτιρίων και των οικισμών, παράλληλα με τη χρήση των αρχιτεκτονικών στοιχείων και των κατάλληλων κατασκευαστικών υλικών, συντελούν σε μια καλύτερη πποιότητα ζωής. Η γνώση των πρακτικών και τεχνικών, που ακολουθήθηκαν στην αρχιτεκτονική κατά την παράδοση, αποκτά μεγάλη σημασία, ιδιαίτερα σήμερα που τα σύγχρονα κτίρια οφείλουν να ανταποκριθούν στους σύγχρονους ενεργειακούς και περιβαλλοντικούς στόχους περιορίζοντας τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου και την αλλαγή του παγκόσμιου κλίματος. Η μέριμνα για εξοικονόμηση των φυσικών πόρων, όπως της ενέργειας και του νερού, για συγκέντρωση και διαλογή των απορριμμάτων, για την επιλογή φιλικών, στο περιβάλλον, οικοδομικών υλικών - που ανακυκλώνονται, που δεν εκπέμπουν επικίνδυνα ρυπογόνα αέρια προτρέπει προς ένα σχεδιασμό που αναζητά κατάλληλους τρόπους για να αξιοποιήσει τις κλιματικές παραμέτρους και να συνθέσει ένα σύνολο του οποίου τα επί μέρους στοιχεία θα συνεργάζονται και θα αποδίδουν το βέλτιστο, προς όφελος της απόδοσης. Η εποχή μας επιβάλλει συνολική αναβάθμιση του κτιστού περιβάλλοντος στη βάση μιας νέας οπτικής σχεδιασμού για υγιή, ενεργειακά και περιβαλλοντικά αποδοτικά κτίρια και οικιστικά σύνολα. Κάθε πράξη σχεδιασμού, πολεοδομικού και αρχιτεκτονικού, πρέπει να ανταποκρίνεται σε βιώσιμα πρότυπα σχεδιασμού και οικοδόμησης και να αναδεικνύει νέες αξίες και αντιλήψεις στον τρόπο παραγωγής του κτιστού περιβάλλοντος. Οι πόλεις δεν είχαν ποτέ στεγάσει τόσο μεγάλο ποσοστό ανθρώπων όσο σήμερα. Ο πληθυσμός των πόλεων πολλαπλασιάστηκε κατά δέκα φορές κατά την περίοδο από το 1950 έως το 1990, περνώντας από 200 εκατομμύρια σε περισσότερο από 2 δισεκατομμύρια, με αποτέλεσμα το μέλλον της ανθρωπότητας να καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από τις πόλεις. Οι πόλεις καταναλώνουν σήμερα τα 3/4 της παγκόσμιας ενέργειας και είναι η αιτία των 3/4 τουλάχιστον της παγκόσμιας ρύπανσης. Αποτελούν τόπους παραγωγής και κατανάλωσης των περισσότερων βιομηχανοποιημένων προϊόντων και έχουν μετατραπεί σε "παράσιτα", ως τεράστιοι οργανισμοί που προκειμένου να διατηρηθούν απομυζούν και απομειώνουν τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους. Υπολογίζεται ότι κατά τα τριάντα επόμενα χρόνια 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι περίπου θα προστεθούν ακόμη στους πληθυσμούς των πόλεων, κυρίως στις αναπτυσσόμενες περιοχές και αυτή η μαζική αστικοποίηση θα επιφέρει μια τρομακτική αύξηση του όγκου των πόρων που θα καταναλίσκονται αλλά και της ρύπανσης που θα παράγεται, ενώ τουλάχιστον το μισό του αστικού αυτού πληθυσμού θα ζει σε παραγκουπόλεις, χωρίς πόσιμο νερό, ηλεκτρικό και δίκτυα αποχέτευσης. Ο κίνδυνος να αναπαράγουν οι πόλεις του αύριο τα ίδια και σοβαρότερα προβλήματα με αποτέλεσμα την μη αναστρέψιμη πλέον διαταραχή των φυσικών οικοσυστημάτων είναι περισσότερο από ποτέ ορατός και είναι δύσκολο να αισιοδοξούμε αν υπολογίσουμε ότι μέχρι το 2025 τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα ζει στις πόλεις. Και αυτό κάνει ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να τεθούν οι βάσεις για τη συνεχή βελτίωση των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών συνθηκών μέσα από την οικοδόμηση δίκαιων, ισόνομων, υγιών και αειφόρων πόλεων που θα αποτελέσουν το υπόβαθρο των νέων αειφόρων αλληλοεξαρτώμενων κοινωνιών. Οι φυσικοί πόροι δεν είναι ανεξάντλητοι για αυτό η ίδια η φύση θέτει περιορισμούς και όρια τα οποία πρέπει να σεβόμαστε. Καμία διορθωτική ενέργεια δεν είναι ικανή να αποκαταστήσει τη διαταραχή της οικολογικής ισορροπίας που συμβαίνει, εφόσον οι ανθρώπινες δραστηριότητες εξελίσσονται με εντατικό ρυθμό και αγνοούν τις δυνατότητες και τα όρια αυτά. Δυστυχώς το σπουδαιότερο μέλημα του σχεδιασμού, που είναι να διασφαλίζει την τήρηση των αρχών της πρόβλεψης και πρόληψης με στόχο την, κατά το δυνατό, ελαχιστοποίηση των αναμενόμενων περιβαλλοντικών επιπτώσεων έχει για πολλά χρόνια αγνοηθεί με δραματικές συνέπειες. Κάποτε οι πόλεις γεννιόταν και μεγάλωναν αργά, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός ενώ σήμερα «κατασκευάζονται» μέσα σε λίγα χρόνια επεκτείνονται υπέρμετρα, κατασπαταλούν πολύτιμο έδαφος και πόρους και αποτελούν την πηγή των σοβαρότερων περιβαλλοντικών ζητημάτων. Από τη στιγμή που οι σύγχρονες πόλεις γιγαντώθηκαν έγινε αντιληπτό ότι ο πιο επικίνδυνος εχθρός του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο άνθρωπος και γίνονται πολλές προσπάθειες ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε αυτό τον εχθρό φίλο. Στις ημέρες μας έχει κατανοηθεί πλήρως ότι η προτεραιότητα στη ζωή σχετίζεται όλο και περισσότερο με την προτεραιότητα στην πόλη και αυτή η διαπίστωση παραπέμπει στον ορθολογικό σχεδιασμό. Αυτό που ενδιαφέρει πλέον όλο και περισσότερο είναι οι τρόποι με τους οποίους θα μπορέσουν οι πόλεις να ανασυγκροτηθούν ώστε να απορροφήσουν την αστική ανάπτυξη και να μείνουν αειφόρες: πόλεις που θα προσφέρουν πολλαπλές ευκαιρίες ενώ ταυτόχρονα δεν θα θέτουν σε κίνδυνο τις μελλοντικές γενιές. Οι αντιλήψεις, οι αρχές και αξίες που εμπεριέχονται μέσα στην έννοια της αειφόρου ανάπτυξης παραπέμπουν σε σειρά αλλαγών που πρέπει να συντελεστούν σε κάθε τομέα της ζωής, ιδιαίτερα στην οικονομία και την κοινωνία με ρυθμιστικό παράγοντα την προστασία του περιβάλλοντος. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο χώρο των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, όπου τα προβλήματα της ρύπανσης, του συνωστισμού, της κυκλοφοριακής συμφόρησης, των υπέρμετρων αποστάσεων μεταξύ τόπου κατοικίας και εργασίας, η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και η εξάντληση των φυσικών πόρων έχουν επιφέρει σοβαρή διαταραχή στην ισορροπία των οικοσυστημάτων. Από το 1996 ο οικονομολόγος Kenneth Boulding διακήρυττε ότι πρέπει να παύσουμε να συμπεριφερόμαστε σαν να ζούμε σε μια "οικονομία των cow-boy που διαθέτουν απεριόριστες εκτάσεις να κατακτήσουν και απεριόριστους πόρους να καταναλώσουν", αλλά αντίθετα πρέπει να θεωρούμε τον πλανήτη μας σαν ένα διαστημόπλοιο δηλαδή ένα σύστημα κλειστό με πολύ περιορισμένους πόρους. Ο Herbert Girardet, οικολόγος του αστικού χώρου έχει αποδείξει ότι η λύση βρίσκεται στις πόλεις που, σε αντίθεση με τις πόλεις που γνωρίζουν ένα σύστημα "γραμμικής ανάπτυξης", αναζητούν να έχουν "κυκλικό μεταβολισμό", όπου η κατανάλωση θα είναι περιορισμένη και όπου θα γίνεται επαναχρησιμοποίηση των φυσικών πόρων σε μεγάλη κλίμακα, τα υλικά θα ανακυκλώνονται, θα μειώνονται τα απόβλητα και θα εξοικονομείται ενέργεια. Με τον τρόπο αυτό θα αυξηθεί η συνολική αποτελεσματικότητα των πόλεων και θα ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στο περιβάλλον. Για να φτάσουμε στο αποτέλεσμα αυτό πρέπει να κάνουμε τις πόλεις μας ικανές να διαχειρίζονται τη χρήση των φυσικών πόρων όχι μόνο με ορθολογικό τρόπο, αλλά και με σύνεση σύμφωνα με την οικονομία της φύσης και προς τούτο πρέπει να δημιουργήσουμε μια καινούργια μορφή ολιστικής και συνολικής πολεοδόμησης. Πρόκειται για θετικό όραμα που σχηματοποιείται μέσα από τον επαναπροσδιορισμό του συστήματος αξιών στη βάση παλαιών, συχνά ξεχασμένων, αρχών που δημιούργησαν θαυμάσιες πόλεις που άντεξαν στο χρόνο και σεβάστηκαν το περιβάλλον. Η πόλη είναι μια πολύπλοκη και ευμετάβλητη σχέση μεταξύ των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και του περιβάλλοντος. Το να σχεδιάσουμε και να οργανώσουμε μια αειφόρα πόλη συνεπάγεται την μεγαλύτερη δυνατή κατανόηση των σχέσεων ανάμεσα στους πολίτες, τις υπηρεσίες, τις πολιτικές των μεταφορών, της παραγωγής ενέργειας και των συνολικών επιπτώσεων τόσο στο τοπικό περιβάλλον, όσο και στην ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα. Δεν μπορεί να υπάρξει πόλη οικολογικά αειφόρα εφόσον δεν έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη κατά το σχεδιασμό της η οικολογία, η οικονομία και η αστική κοινωνιολογία και εάν δεν έχουν κινητοποιηθεί όλες οι τοπικές δυνάμεις και εάν δεν έχουν ενεργοποιηθεί οι πολίτες. Εάν δεν έχει ληφθεί υπόψη η ανάγκη και των μελλοντικών γενεών για ποιότητα ζωής. Τα οικολογικά και κοινωνικά προβλήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και για το λόγο αυτό οι πολιτικές που αποσκοπούν στη βελτίωση του περιβάλλοντος συμβάλλουν επίσης σε μεγάλο βαθμό και στη βελτίωση της κοινωνικής ζωής των πολιτών. Οι οικολογικές και κοινωνικές λύσεις ενδυναμώνονται αμοιβαία και επιτρέπουν την κατασκευή πόλεων πιο ανοικτών και ζωντανών, πόλεων που σέβονται περισσότερο την υγεία των ανθρώπων και του περιβάλλοντος. Αναζητώντας το μοντέλο της αειφόρου πόλης ερμηνεύουμε και ανακαλύπτουμε εκ νέου το μοντέλο της πολυλειτουργικής και πυκνοκατοικημένης πόλης, που για χρόνια είχε κατηγορηματικά απορριφθεί, καθότι έχει πλέον περίτρανα αποδειχθεί ότι μπορεί να αποφέρει άμεσα οικολογικά και κοινωνικά οφέλη. Αυτό συνεπάγεται βεβαίως έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό, όπου η ενέργεια και εν γένει οι φυσικοί πόροι θα χρησιμοποιούνται με ορθολογικό τρόπο, θα ελαχιστοποιούνται οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις και θα περιορίζεται η ρύπανση. Η σύγχρονη συμπαγής αειφόρος πόλη προϋποθέτει την οριστική απόρριψη της μονοκεντρικής ανάπτυξης και της κυριαρχίας του αυτοκινήτου. Προϋποθέτει ένα σχεδιασμό όπου οι κοινότητες θα ευημερούν και η κινητικότητα θα αυξάνεται, χωρίς ωστόσο το άτομο να είναι εξαρτημένο από το ιδιωτικό αυτοκίνητο, αλλά θα κινείται με καθαρά μέσα μαζικής μεταφοράς, θα συναντιέται με άλλα άτομα σε όμορφα και κατάλληλα διαμορφωμένους ελεύθερους δημόσιους χώρους, θα κινείται σε δίκτυα ειδικά σχεδιασμένα για τον πεζό για να απολαμβάνει την πόλη και να έχει τη δυνατότητα να εκφράζεται. Η συμπαγής πόλη αναπτύσσεται γύρω από σημαντικά κέντρα κοινωνικών και εμπορικών δραστηριοτήτων που βρίσκονται σε σημεία συνάντησης και σύνδεσης των μέσων μαζικής μεταφοράς και γύρω από αυτά αναπτύσσονται οι συνοικίες και οι γειτονιές. Αποτελείται από σαφώς οριοθετημένες γειτονιές, όπου η κάθε μία διαθέτει το δικό της πάρκο και δικούς της δημόσιους χώρους, που φιλοξενούν συγκεκριμένες δημόσιες και ιδιωτικές δραστηριότητες. Τα τοπικά ελαφριά συστήματα σταθερής τροχιάς, τραμ, σιδηρόδρομος και ηλεκτρικά αυτοκίνητα, γίνονται πιο αποδοτικά και η πεζοπορία ή η κίνηση με ποδήλατο γίνεται ευχαρίστηση. Οι δημόσιοι χώροι αυξάνονται, διαμορφώνονται κατάλληλα και δημιουργούν ένα ευχάριστο φυσικό περιβάλλον όπου οι πολίτες αισθάνονται πιο ασφαλείς και αναπτύσσουν κοινωνικές σχέσεις. Η συμπαγής πόλη περιορίζει τη σπατάλη ενέργειας σε κάθε επίπεδο και ιδιαίτερα όταν το ζεστό νερό χρήσης παράγεται με συλλογικό τρόπο και ακόμη περισσότερο όταν για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας χρησιμοποιούνται τα απόβλητα της πόλης που μπορούν να καλύψουν τις ενεργειακές ανάγκες μιας γειτονιάς κατά περίπου 30%. Η έννοια της συμπαγούς πόλης περικλείει τέτοια δυναμική, ώστε κάθε επέμβαση να δημιουργεί νέες ευκαιρίες που θα την κάνουν πιο αποδοτική. Μπορεί να περιορίσει τις μετακινήσεις με αυτοκίνητο και να μειώσει ακόμη και στο μισό τον αριθμό τους ώστε όχι μόνο να εξοικονομείται ενέργεια και να περιορισθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση, αλλά και να δημιουργηθούν περισσότεροι ελεύθεροι χώροι βελτιώνοντας καθοριστικά την ποιότητα ζωής. Έτσι μια συμπαγής πόλη με λιγότερους δρόμους και περισσότερους ελεύθερους χώρους παρουσιάζει πολλά οικολογικά πλεονεκτήματα: Πάρκα, κήποι, δένδρα, εν γένει πράσινες - φυτεμένες - επιφάνειες προσφέρουν στην πόλη μια φύτευση που κατά το καλοκαίρι σκιάζουν και δροσίζουν τους δρόμους, τους εσωτερικούς ακάλυπτους χώρους, τα ίδια τα κτίρια και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ιδιαίτερα ευνοϊκού μικροκλίματος που μπορεί να μειώσει κατά δύο (2) τουλάχιστον βαθμούς τη θερμοκρασία της πόλης κάνοντας πιο άνετη τη διαβίωση για τους κατοίκους. Παράλληλα, η φύτευση μειώνει το θόρυβο, φιλτράρει τη ρύπανση και απορροφά το διοξείδιο του άνθρακα παράγοντας οξυγόνο. Όλοι αυτοί οι θετικοί παράγοντες συμβάλλουν στον περιορισμό της χρήσης κλιματιστικών. Οι χώροι πρασίνου απορροφούν επίσης το νερό της βροχής και περιορίζουν τον κίνδυνο καταιγίδων και πλημμύρων. Το τοπίο και η φύτευση παίζουν επίσης ένα θετικό ψυχολογικό ρόλο ιδιαίτερα σημαντικό για την ίδια την πόλη και μπορεί να φιλοξενήσει μια μεγάλη ποικιλία χλωρίδας και πανίδας.

Επιστροφή