Ενότητα :Για την Ευώνυμο

Τίτλος : Ευώνυμος... δηλαδή; (πως προέκυψε το όνομά μας)

Διαβάστηκε: 10752 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου

 

Ευώνυμος... δηλαδή;

(πως προέκυψε το όνομά μας…)

 

Κατ’ αρχήν, δεν συμπαθούμε τα ονόματα φορέων που προκύπτουν από τα αρχικά των λέξεων που τους περιγράφουν. Αναζητήσαμε ένα όνομα που να καλύπτει αυτό που θα επιδίωκε η υπό ίδρυση οικολογική βιβλιοθήκη. Καταλήξαμε στο «Ευώνυμος» γιατί έχει πολλαπλές αναφορές και πολλούς συμβολισμούς. Μια γρήγορη αναζήτηση σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και μυθολογίες, εμφανίζει την παρακάτω εικόνα:  

 

 

Ευώνυμος (ο Euonymus L.): Γένος φυτών της οικογενείας των κηλαστροειδών, περιλαμβάνουν 100 είδη των βορείων ευκρατών χωρών και της ΝΑ. Ασίας, φυτά θαμνώδη ή δένδρα φυλλοβόλα ή αειθαλή.

Εγκυκλ. – Το κυριώτερον είδος ευωνύμου είναι ο ευρωπαϊκός (κν. ασπρόξυλο), απαντών και εν Ελλάδι. Πάντα τα μέρη αυτού είναι δηλητηριώδη, τα δε σπέρματά του ελαιούχα. Το υπό του Θεοφράστου αναφερόμενον ευώνυμον είνε πιθανώς ευώνυμος ο πλατύφυλλος. Ευώνυμον το ευρωπαϊκόν ωνόμαζεν ο Θεόφραστος τετραγωνίαν. Εκ των εξωτικών ειδών αξιόλογα είνε ευώνυμος ο ιαπωνικός, θάμνος αειθαλής, δενδρώδης, καλλιεργούμενος προς καλλωπισμόν, και ευώνυμος ο μελανοπόρφυρος, ιθαγενής της Β. Αμερικής, εκ του φλοιού του οποίου λαμβάνεται η ευωνυμίνη, φάρμακον καθαρτικόν και χολαγωγόν. Οι κλάδοι μερικών ευωνύμων χρησιμοποιούνται, απανθρακούμενοι, διά την ιχνογραφίαν.

 

Λεξικόν Ελευθερουδάκη, 1929

 

*  *  *

 

Ευώνυμος (ο, η), [εύ, όνομα]. Ο έχων καλόν (εύφημον, αίσιον) όνομα, περίφημος, περιώνυμος. («Λιπαράν ευωνύμων απ’ Αθανάν» Πίνδ.) (κατ’ ευφημ.) = Αριστερός.

Εξ ευωνύμων, Γρφ. Από τα αριστερά (μέρη)∙ (ους.) ειδ. θάμνου φαρμακερού δια τα ζώα, (κατά τινας το Γαλλ. fusain)

 

Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Σκαρλάτου Δ. Του Βυζαντίου Αθήναι, 1852

 

*  *  *

 

ευώνυμος -ος, -ον. (Κυρίως ο έχων καλόν όνομα, συνήθως δε κατ’ ευφημισμόν ο) Αριστερός∙ Εξ ευωνύμων, αριστερόθεν∙ Ευώνυμος χορός, μία των υποδιαιρέσεων των εκκλησιαστικών αξιωμάτων ή αρχοντικίων (βλ. χορός)

 

Λεξικόν Ελευθερουδάκη, 1929

 

*  *  *

 

Ευωνύμη. Κοσμητικόν επίθετον της Γης, ως υποδεχομένης τα σώματα των ανθρώπων, κατ’ ευφημισμόν ονομαζομένης. Αναφέρεται και ως αυτοτελής θεότης, σχετική προς την Γην, και μήτηρ των Ερινύων εκ του σκότους. Επίσης αναφέρεται και Ευώνυμος ως υιός της γης και του Ουρανού, το άρρεν αντίστοιχον της Ευωνύμης.

 

Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, 1929

 

*  *  *

 

Ευωνύμεια ή Ευώνυμον: Δήμος της αρχαίας Αττικής ανήκων εις την Ερεχθηΐδα φυλήν, κείμενος δε περί το χωρίον Τράχωνες από της θέσεως «Καρά» μέχρι της θέσεως «Γυρισμός» του Υμηττού και Αγίας Παρασκευής «Χασάνι». Κατά τινα γνώμην το νυν κτήμα Γερουλάνου εις Τράχωνες περιλαμβάνει την ακρόπολιν των Ευωνυμέων, εξ ής σώζονται ίχνη τειχών του 8ου-7ου π.Χ. αιώνος. Γειτονικοί προς τους Ευωνυμείς δήμοι ήσαν ο Αλιμούς και Αιξωνή.

 

Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ήλιος»

 

*  *  *

 

Ευωνυμίνη (Evonymine): Είναι ρητινώδες προϊόν του καλλωπιστικού φυτού της Β. Αμερικής Evonymus atropurpureus. Υπάρχουν τρία είδη ευωνυμίνης: η καστανόχρους, η πράσινη και η ρευστή, εξ ών εύχρηστος είναι η πρώτη. Η καστανόχρους ευωνυμίνη (η οποία δεν πρέπει να συγχέεται προς το γλυκωματοειδές «ευωνυμίνη»), είναι κόνις πικρά, λεπτοτάτη, βαρύοσμος, διαλυτή εις ύδωρ, οινόπνευμα και σιρόπιον. Εις μικράν δόσιν (0,05-0,10 εκ.) έχει ελαφράν καθαρτικήν ενέργειαν και ισχυράν χολαγωγόν επίδρασιν. Επί μεγαλυτέρα δόσει (0,20 εκ.) προκαλεί ισχυρούς κολικούς. Χορηγείται ως υπακτικόν επί χρονίας δυσκοιλιότητος και ως χολαγωγόν κατά καρδιακόν, λιθίασις, κλπ.) μετά ή άνευ ελαττώσεως της χολικής εκκρίσεως. Δόσεις: 0,05-0,15 εκ. εις καταπότια εκ 0,05 εκ. έκαστον.

Εύχρηστος ως χολαγωγός η κάτωθι συσκευασία:

Evonymine brune… 0,05 cent.

Extrait de jusquiame: 0,01

Savon amigdalin q. w. Pour nue pilune

Εν ή δύο καταπότια το εσπέρας προ της κατακλίσεως.

 

Μέγα Λεξικόν της Ιατρικής Εκδ. Κ. Οικονομίδης, Αθήνα - 1929

 

*  *  *

 

Ευωνυμίνη. Ουσία ρητινώδης φαιόχρους, διαλυτή εν ύδατι, δυσδιάλυτος εν οινοπν. και αιθέρι, εξαγομένη εκ του Euonymus atropurpureus, δενδρυλλίου καλλωπισμού. Χολαγωγόν δραστήριον, χορηγούμενον ως και η ποδοφυλλίνη κατά των ηπατικών νοσημάτων, είτα και ως καθάρσιον.

 

Λεξικόν Εγκυκλοπαιδείας, επιμέλεια Ν. Γ. Πολίτου

ΜΠΑΡΤ ΚΑΙ ΧΗΡΣΤ ΕΚΔΟΤΑΙ  Αθήνησι 1902

 

*  *  *

 

Ευώνυμος, κατ’ ευφημισμόν αριστερός (της εξ αριστερών προελεύσεως των οιωνών θεωρουμένης ως αποτροπαίας) ειδικώς επί οιωνών, ο εξ αριστερών ερχόμενος, ο εξ ευωνύμων ο εν ήττονι μοίρα, ο εξ αμαρτιών υπέχων ευθύνην, τιμωρίαν.

 

Λεξικόν Δημητράκου

 

*  *  *

 

 

                                  

 

Επιστροφή