Ενότητα :ΤΕΥΧΟΣ 6, ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001

Τίτλος : Σάκης Κουρουζίδης, Βιογραφίες: Γιώργος Βασιλείου

Διαβάστηκε: 817 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου

 

Βιογραφίες

 

Γιώργος Βασιλείου

 

Σάκης Κουρουζίδης

 

Ψυχίατρος, πρωτοπόρος της κοινωνικής ψυχιατρικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Γεννήθηκε στα Παράκοιλα της Λέσβου το 1927 και πέθανε στις 14 Μαΐου του 2001. Ίδρυσε, με τη σύζυγό του Βάσω, το «Αθηναϊκό Κέντρο Μελέτης του Ανθρώπου, ΑΚΜΑ», το 1963.

Υπήρξε πρόεδρος της Παγκόσμιας Εταιρείας Κοινωνικής Ψυχιατρικής και στη συνέχεια εκλεγμένος επίτιμος πρόεδρος. Έχει επίσης διατελέσει πρώτος αντιπρόεδρος της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Θεραπείας Οικογένειας. Έχει τιμηθεί με πολλούς τίτλους σε Ανατολή και Δύση. Μαζί με συνεργάτες του έχει διεξαγάγει εκπαιδευτικά εργαστήρια και σεμινάρια μετά από πρόσκληση πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων σε διάφορες χώρες του κόσμου, ενώ ο ίδιος έμεινε συνειδητά εκτός της ακαδημαϊκής καριέρας.

Ο Γιώργος Βασιλείου εντάσσεται στην αιχμή ενός ρεύματος σκέψης που διαπέρασε τις επιστήμες του ανθρώπου, αλλά και τις βιολογικές, κυρίαρχο στοιχείο του οποίου είναι η ολιστική θεώρηση των λειτουργιών του Ανθρώπου και των Συστημάτων. Σε εργασία τους το 1975, ο Γιώργος και η Βάσω Βασιλείου μιλούν για την «μηχανιστική» και την «ολιστική» θεώρηση: «Ο όρος μηχανιστική θεωρία αποδίνει την αντιμετώπιση ενός συνόλου σαν «τίποτ’ άλλο» εκτός από το άθροισμα των τμημάτων του, όπως ακριβώς και μια μηχανή δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το άθροισμα των εξαρτημάτων που την συναπαρτίζουν. Αυτή η αναγωγή ενός όλου σε τίποτ’ άλλο εκτός από το άθροισμα των τμημάτων του, οδήγησε και στο να ονομαστεί η τάση αυτή αναγωγισμός. Η αρχή που διέπει όμως τη φύση είναι πως κάθε σύνολο, κάθε «όλον» είναι κάτι παραπάνω απ’ το απλό άθροισμα των στοιχείων που το αποτελούν. Αυτό το «κάτι παραπάνω» έχει μια απλή φυσική ερμηνεία. Είναι αποτέλεσμα (α) της διαφορετικής κάθε φορά διάταξης των στοιχείων μέσ’ στο χωροχρόνο και (β) των ειδικών κάθε φορά σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ τους».

Καρπός, δημιούργημα αυτής της θεώρησης στις βιολογικές επιστήμες υπήρξε η Οικολογική Επιστήμη, ενώ στις ψυχοκοινωνικές, η Κοινωνική Ψυχιατρική. Η πρώτη εμφανίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα, ενώ η δεύτερη είναι δημιούργημα του 20ού. Η οικολογία αργεί να βγει στο προσκήνιο και μόνο οι κοινωνικοοικονομικές της προεκτάσεις την βγάζουν από έναν στενό πυρήνα μυημένων. Αυτό γίνεται στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, όταν εμφανίζονται στο πεδίο της εφαρμογής και οι πρακτικές της κοινωνικής ψυχιατρικής. «Κοινωνική ψυχιατρική», κατά τον Γ.Β. «είναι το δημιούργημα, η καρποφορία της Νέας Επιστημολογίας, της Επιστημολογίας που ξεπερνά τους περιορισμούς της γραμμικής αιτιολογίας σχέσεων αιτίου – αιτιατού και διαμορφώνει σε αυξανόμενη έκταση την θεωρία της και την πρακτική της πάνω στην κυκλική αιτιολογία και σ’ ένα επίπεδο ανώτερης συμπλοκότητας στην συναλλακτική αιτιολογία». Κατ’ επέκταση, «ολιστική θεώρηση της λειτουργικότητας και της δυσλειτουργικότητας του Ανθρώπου, είναι αυτή σύμφωνα με την οποία ο Άνθρωπος εκλαμβάνεται σαν το εξαγόμενο της συναλλαγής διεργασιών που είναι βιολογικές, ψυχοκοινωνικές, κοινωνικοπολιτιστικές και κοινωνικοοικονομικές».

Ενώ η οικολογία θεωρητικολόγησε αρκετά επιχειρώντας να εμφανίσει «νέες αλήθειες» στη θέση αυτών που κατέρρεαν, η κοινωνική ψυχιατρική προχώρησε πολύ στις εφαρμογές, στην επεξεργασία «τεχνικών». Τι θα πει «ολιστική προσέγγιση στην διάγνωση της δυσλειτουργίας; Ο Γ.Β. πρότεινε αντί να ψάχνουμε για άρρωστους ανθρώπους να αναζητούμε άρρωστες σχέσεις και αντί να επιχειρούμε να θεραπεύουμε άτομα, να θεραπεύουμε τις άρρωστες σχέσεις μέσα στο πλαίσιο της ομάδας όπου αυτές εκδηλώνονται. Προχώρησε έτσι στη «οικογενειακή θεραπεία» και στη «θεραπεία ομάδας». Η διάγνωση και η θεραπεία έχουν άλλο υποκείμενο και άλλο στόχο. «Η πληρέστερη και αμεσότερη μορφή διάγνωσης για τον δεδομένο άνθρωπο που δυσλειτουργεί», έλεγε, «είναι η εξέτασή του μέσα στο πλαίσιό του. Γι’ αυτό και μια διαγνωστική συνάντηση οικογένειας μπορεί να δώσει απάντηση, όχι με μονομέρεια, στο ποιο είναι «το προβληματικό άτομο», αλλά ολιστικά: στις προβληματικές σχέσεις στο Σύστημα οικογένεια του ατόμου αυτού, που αλλιώς, χωρίς αυτή τη διαγνωστική συνάντηση, θα ξεφύγουν από την αντίληψη του διαγνωστή και φυσικά και από μια μελλοντική θεραπευτική του παρέμβαση».

Αυτή η ολιστική προσέγγιση στο Σύστημα Άνθρωπος ερμηνεύει διαφορετικά και την εκδήλωση μιας αρρώστιας. Η δυσλειτουργία του ανθρώπου σ’ όλα τα επίπεδα, στο βιολογικό και στο ψυχοκοινωνικό, έχει έναν ολιστικό χαρακτήρα: «Η άποψη π.χ. ότι η αρρώστια φυματίωση ισούται με τον οργανισμό + το βάκιλλο του Koch δεν ήταν πια αρκετή για να εξηγήσει το πώς νοσοκόμος που νοσήλευε επί χρόνια βαριά αρρώστους με φυματίωση σε σανατόριο, δεν παρουσίασε ούτε κλινικά ούτε εργαστηριακά ευρήματα μόλυνσης. Όταν όμως πληροφορήθηκε το αιφνίδιο θάνατο του πατέρα της εκδήλωσε σε λίγες μέρες και τα δύο».

Ενώ η οικολογία παρέκαμψε σχεδόν παντελώς τις «μεθόδους» για να απευθυνθεί στην κοινωνία και, κυρίως, να οργανωθεί σε ομάδες με τρόπο αντίστοιχο με τις «ολιστικές» της προσεγγίσεις –χρησιμοποίησε κλασικού τύπου «φάρμακα»-, η κοινωνική ψυχιατρική άφησε στην άκρη τα ψυχοφάρμακα και ασχολήθηκε με την «διεργασία». Ο Γ.Β δίνει τον ορισμό της διεργασίας: «Διεργασία είναι μια αλληλουχία γεγονότων που εξελίσσονται ασταμάτητα μέσ’ στο χωροχρόνο. Αν ο παρατηρητής σταματήσει τεχνητά μια διεργασία για να μελετήσει τα γεγονότα που εξελίσσονται στη χρονική στιγμή Χ, τότε εκείνο που παρατηρεί πια δεν είναι διεργασία αλλά είναι ένα τεχνητό δημιούργημα της δικής του παρέμβασης… μόνο μέσα στα  πλαίσια της διεργασίας ομάδας το άτομο εξατομικεύεται μέσα από την αλληλεξάρτηση και για την αλληλεξάρτηση. Και όσο εξατομικεύεται, τόσο συμβάλλει στη διαφοροποίηση της διεργασίας ομάδας. Μέσα σε ένα τέτοιο περίγυρο ο Άνθρωπος ανελίσσεται σε φίλο του Εαυτού του και γι’ αυτό φίλο των φίλων του. Έτσι αξιώνεται να δημιουργεί, να παράγει και να ανταλλάσσει το εξαγόμενο για αμοιβαία ωφέλεια».  

Από το παρακάτω συμπέρασμα από την εμπειρία της λειτουργίας ομάδων, μπορούν εξαχθούν καταλυτικές ερμηνείες για την κρίση των «μεγάλων ομάδων» δηλαδή των κομμάτων και δη της αριστεράς: «Η ομάδα πρέπει να κρατάει όσο πιο καθαρό γίνεται το σκοπό της για όλους. Πρέπει οι αξίες της να είναι τέτοιες που να τονώνουν τη συνεργασία. Μ’ αυτή την προϋπόθεση μόνο μπορούν και οι προσωπικοί στόχοι των μελών της, και η αυτενέργειά τους για την εκπλήρωση των στόχων τους να μένουν προσανατολισμένοι και συντονισμένοι με τους ευρύτερους και γενικότερους στόχους της ομάδας. Αυτή η προϋπόθεση κάνει ώστε η εκπλήρωση ατομικών και ομαδικών στόχων να γίνεται για αμοιβαία ωφέλεια. Έτσι η εκπλήρωση του ενός να ενισχύει την προσπάθεια για την εκπλήρωση του άλλου».

Πόσο μεγάλη μπορεί να είναι μια «ομάδα» για να είναι συνεργατική, συναλλακτική; Με πόσους μπορεί να επικοινωνεί και να συναλλάσσεται ταυτόχρονα ένας άνθρωπος: Η ιδεώδης ομάδα, λένε οι Βασιλείου, αριθμητικά, είναι 5 ± 2. Και τότε πως γίνεται, να συναθροίζονται 100-500-1000-3000 σύνεδροι κομμάτων ή συνδικάτων και να λειτουργούν ως «ομάδα», να παράγουν όχι μόνο το «άθροισμα» του δυναμικού των μετεχόντων, αλλά και αυτό που προκύπτει από την «θετική διαφοροποίηση» που η διεργασία της ομάδας, γεννά; Απλούστατα, δεν παράγουν όχι το «επί πλέον» αλλά ούτε καν το «άθροισμα». Πρώτον, γιατί δεν είναι «ομάδα» (ένα σύνολο ατόμων δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ομάδα, επειδή συνευρίσκεται) και δεύτερον γιατί η «συναλλαγή» είναι ανύπαρκτη. «Είναι γλωσσική παγίδα το να χρησιμοποιήσει κανείς ουσιαστικά αντί για ρήματα. Να μιλήσει π.χ. για «ηγέτη» ομάδας κι όχι για το «ηγείσθαι» που χρειάζεται η ομάδα. Το «ηγείσθαι» είναι φυσικά μια σειρά από διεργασίες που, έστω κι αν αρχίσουν από ένα μέλος της ομάδας, τον «Καταλύτη-Ρυθμιστή Συναλλαγής» - που θα μπορούσε να τον πει κανείς «Συντονιστή»- θα περιλάβουν αμέσως κι όσα άλλα μέλη της ομάδας είναι θετικά κινητοποιημένα εκείνη τη στιγμή. Απ’ αυτό προκύπτει ότι η αποτελεσματικότητα του «ηγείσθαι» είναι ευθέως ανάλογη, όπως θα λέγαμε στα μαθηματικά, με την ικανότητα του «Συντονιστή» να ενεργοποιεί ξανά τις διεργασίες του «αυτό-ηγείσθαι» μέσα στο καθένα από τα μέλη της ομάδας».

            Η ολιστικές – συστημικές –και όχι συστηματικές, όπως επιμένουν να το διορθώνουν οι επιμελητές των κειμένων και η αυτόματη διόρθωση του ΗΥ- προσεγγίσεις στην οικολογία και την κοινωνική ψυχιατρική, ακολούθησαν παράλληλους δρόμους και δεν επικοινώνησαν μεταξύ τους. Το όφελος θα ήταν αμοιβαίο, αλλά πιο κερδισμένη ασφαλώς θα έβγαινε η οικολογική σκέψη και ακόμη πιο πολύ η οικολογική πρακτική.

Ο Γιώργος Βασιλείου έζησε με τρόπο απόλυτα συμβατό με τη «μέθοδο» της δουλειάς του. Φαίνεται τόσο προφανές και τόσο αυτονόητο για όσους τον γνώρισαν, που μάλλον περιττεύει άλλη αναφορά σ΄ αυτό. Τη γνώμη όλων αυτών για τον Γιώργο Βασιλείου θα απέδιδε απόλυτα η ρήση του Έμερσον: «Δεν είναι μεγάλος εκείνος που μετασχηματίζει την ύλη, μα εκείνος που έχει τη δύναμη ν’ αλλάξει τις αντιλήψεις μου για τη ζωή». 

 

(Τα στοιχεία και τα αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν, αντλήθηκαν από εργασίες και συνεντεύξεις  σε ψυχιατρικά περιοδικά και από προσωπικές εμπειρίες)

 

Δαίμων της Οικολογίας, τ.6

Ιούλιος - Αύγουστος 2001

 

Επιστροφή