Ενότητα :ΤΕΥΧΟΣ 6, ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001

Τίτλος : Νίκος Καίσαρης, Αναλύσεις: Η οικολογία των μελετών και των χρηματοδοτήσεων

Διαβάστηκε: 957 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου

 

Αναλύσεις

 

Η οικολογία  των μελετών και των χρηματοδοτήσεων

                                                                                                               

Νίκος Καίσαρης

 

Κάποτε, ο ιδιοκτήτης   γραφείου ειδικευμένου σε περιβαλλοντικές μελέτες χαρακτήρισε τους οικολόγους και τις οργανώσεις τους ως τους πολυτιμότερους συνεργάτες του. «Εσείς διαμαρτύρεστε και εμείς παίρνουμε μελέτες» είπε. Από τότε πέρασαν κοντά δέκα χρόνια και τα πράγματα άλλαξαν. Οι οικολόγοι δεν διαμαρτύρονται μόνο, αλλά διεκδικούν και τις μελέτες. Παράλληλα, μελέτες επιβλήθηκαν σε όλο και περισσότερα έργα και φαίνεται πως στο μέλλον οι δουλειές  θα ανοίξουν ακόμα περισσότερο.

 

Η αύξηση των προληπτικών μέτρων, οι μελέτες στο πρώιμο στάδιο ενός έργου και ο έλεγχος της συμβατής με το περιβάλλον εξέλιξής του, η χρηματοδότηση προγραμμάτων προστασίας και διαχείρισης βιοτόπων, όπως και η ανάληψη δράσεων ενημέρωσης από περιβαλλοντικές οργανώσεις θα πρέπει να θεωρηθούν  βήματα  «στη σωστή κατεύθυνση» και ως ένα βαθμό αποτελέσματα  της ευαισθητοποίησης της κοινωνίας και της πολιτικής για το περιβάλλον. Οι οικολογικές οργανώσεις είχαν την συμμετοχή τους σ’ αυτό, αλλά, προκειμένου για την Ελλάδα, θα ήταν άδικο να μην εκτιμήσουμε τον ρόλο της εναρμόνισης στο κοινοτικό θεσμικό πλαίσιο για το περιβάλλον,  παρά την βραδύτητα της απόκρισης του ΥΠΕΧΩΔΕ στις σχετικές πιέσεις.

 

Είναι όμως γεγονός πως  η ροή χρήματος για το περιβάλλον τα τελευταία δέκα χρόνια και η συμμετοχή των οικολόγων στη νομή του, υπό οποιαδήποτε μορφή και σχήμα, δημιούργησε μια καινούργια πραγματικότητα στον οικολογικό χώρο την οποία πρέπει να αξιολογήσουμε. Ραχοκοκαλιά της είναι οι ποικιλώνυμες μη κερδοσκοπικές εταιρείες  που έχουν προσανατολιστεί στην διαχείριση τέτοιων προγραμμάτων και στην εκτέλεση δράσεων που αντιστοιχούν σε προδιαγραφές χρηματοδότησης. Αρκετές εταιρίες περιλαμβάνουν ώριμα πλέον μέλη του οικολογικού κινήματος που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στα προγράμματα, ενώ μερικοί συνεχίζουν να έχουν ενεργό ρόλο στο χώρο της πολιτικής οικολογίας, θεωρώντας το επάγγελμά τους ως προέκταση της κινηματικής τους δράσης.

 

Έτσι, βρισκόμαστε στο σημείο που οι οικολόγοι διεκδικούν μέτρα για το περιβάλλον και ταυτόχρονα ζητούν την διαχείρισή τους, ενώ, ενδεχομένως κάποιο άλλο κομμάτι τους, διεκδικεί ρόλο  στον κοινωνικό έλεγχο του έργου ή της παρέμβασης. Σε πρώτη ματιά η εμπλοκή αυτού του είδους των κινημάτων στη διαχείριση φαίνεται καλή και  οποιοσδήποτε θα προτιμούσε αυτές οι δουλειές να γίνονται από άτομα εγνωσμένης ευαισθησίας παρά από τον τυχόντα  καλό ή κακό τεχνοκράτη. Στην πραγματικότητα όμως η   Ελλάδα δεν είναι έτοιμη για τέτοια ανοίγματα. Κύρια δυσκολία είναι η δομή και η λογική που διέπει τον κατ’ εξοχήν εργοδότη, τον διαχειριστή αυτών των κονδυλίων, δηλαδή  το ελληνικό δημόσιο. Στις παρούσες, ελάχιστα έως καθόλου εκσυγχρονισμένες συνθήκες λειτουργίας του, το ελληνικό δημόσιο συμπίπτει σχεδόν απόλυτα με τους μηχανισμούς της κυβέρνησης, ιδιαιτέρως όταν ασχολείται με την κατανομή έργων και επιδοτήσεων. Έτσι, με δεδομένο ότι η επαγγελματική ενασχόληση αρκετών ανθρώπων εξαρτάται αποκλειστικά από τα χρηματοδοτούμενα προγράμματα, στην πράξη πολλές φορές καταλήγουν να θεωρούν, έστω και ασυνείδητα, τον εαυτό τους σαν κυβερνητικό, και όχι δημόσιο, υπάλληλο. Ιδιαίτερα όσο οι συνθήκες και οι όροι μέσω των οποίων μπορεί να προτιμηθεί κανείς είναι κατά γενική ομολογία αδιαφανείς, όλοι αυτοί οι επαγγελματικά ασχολούμενοι με την οικολογία βρίσκονται σε ένα είδος ομηρίας, λόγω των συνεχών διαπραγματεύσεων και συναλλαγών. Τα αποτελέσματα είναι ορατά και γνωστά στην «οικολογική» αγορά αλλά και έξω από αυτή. Ο καθένας ξέρει και μπορεί να περιγράψει τέτοιες «διαπραγματεύσεις», ιδιαίτερα όταν πολλοί υπουργοί χρησιμοποιούν το προνόμιο της μοιρασιάς για να δημιουργήσουν το δικό τους πολιτικό χώρο για κάθε χρήση. Αλλά και αρκετές  από τις μελέτες ή τις δράσεις έχουν την μορφή «παραγγελιάς», όταν για παράδειγμα μια μελέτη πρέπει να επικυρώσει προαποφασισμένες χωροθετήσεις δημόσιων έργων ή μια δράση πρόκειται  να εξελιχτεί με προϋποθέσεις που τίθενται «κάτω από το τραπέζι».

 

Είναι πλέον εύλογη η απαξίωση του οικολογικού χώρου όταν, στο πολιτικό τσαλαβούτημα των πάλαι ποτέ οικολόγων εναλλακτικών και των αρκετών από τότε ατυχών πολιτικών μορφωμάτων  του οικολογικού χώρου,  έρχεται και προστίθεται  η κατηγορία των «προγραμματάκιδων».

Όμως οι γενικεύσεις, από τις οποίες ούτε αυτό το κείμενο μπορεί να ξεφύγει,  διευκολύνουν την παρουσίαση ενός θέματος αλλά είναι βέβαιο ότι  αδικούν τσουβαλιάζοντας  πολλούς ανόμοιους ανθρώπους μαζί. Γιατί μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι η κατάσταση στο χώρο των περιβαλλοντικών προγραμμάτων και των  ενασχολούμενων αποκλειστικά με αυτά θυμίζει την συντεχνία των εργολάβων δημοσίων έργων,  αλλά και σε αυτή την περίπτωση τα πρόσωπα και τα πράγματα δεν είναι όλα μαύρα. Αν όλο το πρόβλημα, όπως έχει εξελιχτεί μέχρι τώρα, είναι ένα κουβάρι, η άκρη του νήματος είναι η αναζήτηση των θεσμικών όρων διαφάνειας και ενός  άτυπου κώδικα δεοντολογίας. Και σε αυτή την περίπτωση, όπως και στην περίπτωση του ΕΤΕΡΠΣ ( του πράσινου τάλιρου στη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης) η διαφάνεια αφορά πρώτα και κύρια τους «χρήστες» προγραμμάτων και χρηματοδοτήσεων. Ενώ ενδεχομένως παρέχουν σημαντικό έργο,  λόγω των αδιαφανών συνθηκών επιλογής δεν μπορούν  να προφυλαχθούν από τα έστω και καλοπροαίρετα σχόλια  ή κριτικές. Πρέπει όμως η γυναίκα του Καίσαρος  όχι μόνο να είναι αλλά   και να φαίνεται τιμία.

 

Δευτερευόντως, μας αφορά όλους, όχι μόνο ως πολίτες, αλλά και ως ενταγμένους σε ένα κίνημα που πολλάκις διασύρεται από όσους προτίθενται να το χρησιμοποιήσουν ή και να το ακυρώσουν. Ο «Δαίμονας» τόλμησε να ανοίξει το θέμα των χρηματοδοτήσεων με τις απαντήσεις στελεχών των ΜΚΟ  στο 4ο τεύχος του. Ελπίζω ότι θα τολμήσει να ανοίξει συνολικά μια συζήτηση που «σέρνεται» στα μπαρ και κυριαρχεί στα κουτσομπολιά με περισσή εμπάθεια και με άμεσες ή έμμεσες προσωποποιήσεις . Αυτή η παρατεινόμενη γκρίνια δεν μπορεί να δώσει πολιτική πρόταση. Πρέπει όλο το θέμα να τεθεί ανοιχτά  με «ήρεμα»  αλλά και,  λόγω πραγματικών συνθηκών, «θυμωμένα» άρθρα και συζητήσεις. Μόνο έτσι   μπορεί να ξεκαθαριστεί το τοπίο και να ξέρει ο καθένας με ποιες μονάδες  μετριέται. Ο «Δαίμονας», αλλά και όλα τα έντυπα της οικολογίας και της ανανεωτικής αριστεράς, πρέπει να δώσουν το χώρο και  ας πει ο καθένας καθαρά την άποψή του σε όποιο τόνο και κλίμακα τον εκφράζει.

Δαίμων της Οικολογίας, τ.6

Ιούλιος - Αύγουστος 2001

 

 

Επιστροφή