Ενότητα :ΤΕΥΧΟΣ 6, ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001

Τίτλος : Στάθης Ζακυνθινός, Απόψεις: Πάμε Αράχωβα;

Διαβάστηκε: 1006 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου

 

ΑΠΟΨΗ

 

ΠΑΜΕ  ΑΡΑΧΩΒΑ;

 

Στάθης Ζακυνθινός

Bιολόγος

 

Η Ελλάδα είναι μια ορεινή χώρα η οποία καλύπτεται σχεδόν κατά τα 2/3 από βουνά μέσου ύψους. Χαρακτηριστικό της ορεογραφικής διαμόρφωσης της χώρας μας είναι το έντονο ανάγλυφο, οι απόκρημνες πλαγιές και οι κοιλάδες. Αυτό, σε συνδυασμό με την ποικιλία των πετρωμάτων, δημιουργεί μια ποικιλία διαφορετικών τοπικών κλιματικών συνθηκών και συνθήκες απομόνωσης, με αποτέλεσμα την παρουσία πολλών ενδημικών ειδών. Επιπλέον, η διάταξη των βουνών της Βαλκανικής χερσονήσου και της Ελλάδας, από τον βορά προς τον νότο, επέτρεψε τη μετανάστευση πολλών ειδών νοτιότερα, κατά την τελευταία περίοδο των παγετώνων, συμβάλλοντας στον εμπλουτισμό της ελληνικής πανίδας και χλωρίδας με πολλά είδη. Αξίζει να τονιστεί ότι τα περισσότερα ορεινά οικοσυστήματα διατηρούνται σε πολύ μεγάλο ποσοστό στην φυσική τους κατάσταση, τουλάχιστον σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το γεγονός αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι οι ορεινές περιοχές παραμένουν έξω από το πεδίο των οικονομικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων οι οποίες χαρακτηρίζουν την ανάπτυξη των πεδινών και παράκτιων περιοχών. Ωστόσο, η ανάπτυξη των ορεινών οικισμών αποτελεί ορθά ένα βασικό πολιτικό στόχο, γεγονός που γίνεται σαφές και στο νέο Νόμο 2742 «Χωροταξικός σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη». Mία σημαντική οικονομική δραστηριότητα στις ορεινές περιοχές με μεγάλη ανάπτυξη, στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης αλλά και με μεγάλη δυναμική στην Ελλάδα, από το 1992 και έπειτα, είναι ο χιονοδρομικός τουρισμός. Βέβαια, ο χιονοδρομικός τουρισμός αναπτύχθηκε στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία χωρίς κάποιο στρατηγικό σχέδιο, τυχαία και αποσπασματικά. Για τον λόγο αυτό το ΥΠΕΧΩΔΕ, στα πλαίσια του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Περιβάλλον», ανάθεσε πρόσφατα μελέτη, με στόχο τη διερεύνηση των χωρικών κατευθύνσεων, για την ανάπτυξη του χιονοδρομικού τουρισμού στην Ελλάδα.

Η μελέτη αυτή προτείνει δύο βασικές επιλογές. Η πρώτη αφορά την ανάπτυξη του χιονοδρομικού τουρισμού με στόχο την ελληνική αγορά. Προτείνεται ο εκσυγχρονισμός των υφιστάμενων χιονοδρομικών κέντρων, η κατασκευή τεσσάρων νέων κέντρων στα βουνά Ζήρεια, Γκιώνα, Βαρδούσια και Πιερίας και αποκλείεται ο Όλυμπος από οποιαδήποτε χιονοδρομική δραστηριότητα. Για την Οίτη προτείνονται πιο ήπιες δραστηριότητες, όπως το βόρειο σκι αντοχής, το οποίο δεν απαιτεί μεγάλες παρεμβάσεις στο περιβάλλον. Η δεύτερη επιλογή αφορά την έξοδο της χώρας μας στον διεθνή ανταγωνισμό. Προτείνεται η δημιουργία μιας μεγάλης χιονοδρομικής περιφέρειας διεθνών προδιαγραφών η οποία θα περιλαμβάνει τον Παρνασσό, την Γκιώνα, τα Βαρδούσια και την Οίτη. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται η προσέλκυση μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων και μεγάλες κρατικές επενδύσεις υποστήριξης. Μακροπρόθεσμα, προτείνεται και η δημιουργία μιας δεύτερης χιονοδρομικής περιφέρειας διεθνών προδιαγραφών στα όρη Βέρμιο και Βόρας ή στα όρη Χελμού και Ζηρείας.

Πιστεύω ότι η ανάπτυξη του χιονοδρομικού τουρισμού με στόχο τη διεθνή αγορά αποτελεί ένα στρατηγικό λάθος. Ο διεθνής ανταγωνισμός στον τομέα αυτό είναι πολύ ισχυρός και απαιτούνται τεράστιες επενδύσεις καθώς το κόστος κατασκευής, λειτουργίας και συντήρησης των χιονοδρομικών εγκαταστάσεων με διεθνείς προδιαγραφές είναι εξαιρετικά υψηλό. Αξίζει να τονιστεί ότι στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, παρά την κεντρική τους θέση στην αγορά, τον ορθό σχεδιασμό, τη μακροχρόνια παράδοση και την υποδειγματική διαχείριση, οι περισσότερες χιονοδρομικές επιχειρήσεις εμφανίζονται με παθητικό, εξαιτίας του υψηλού κόστους και του ισχυρού ανταγωνισμού, ο οποίος οδηγεί σε χαμηλές τιμές. Εξάλλου η Ελλάδα θα μπει στον διεθνή ανταγωνισμό με βασικά μειονεκτήματα, όπως μικρή χιονοδρομική περίοδος τριών μηνών έναντι πέντε στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης και μικρή ποικιλία και υψομετρική διαφορά πιστών (600 μέτρα έναντι 1500 μέτρων στην κεντρική Ευρώπη). Επιπλέον, η έξοδος της Ελλάδας στον διεθνή ανταγωνισμό σημαίνει μεγιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της χιονοδρομικής δραστηριότητας (κόψιμο δένδρων, μηχανική επεξεργασία εδάφους, δρόμοι, χώροι στάθμευσης οχημάτων και μέσων μαζικής μεταφοράς, σαλέ, ιατρικές εγκαταστάσεις, απορρίμματα κτλ). Στις χώρες τις κεντρικής Ευρώπης, τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια αυξημένη ευαισθητοποίηση για την υποβάθμιση των ορεινών οικοσυστημάτων από την μονοκαλλιέργεια του χιονοδρομικού τουρισμού, γεγονός που έχει οδηγήσει σε μια μεταστροφή των προτιμήσεων των τουριστών προς περισσότερες ήπιες δραστηριότητες όπως η ποδηλασία, η αναρρίχηση, το περπάτημα κτλ.

Η επιλογή της εθνικής αγοράς πιστεύω ότι είναι περισσότερο λογική. Ωστόσο η κατασκευή τεσσάρων νέων χιονοδρομικών εγκαταστάσεων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Ο αριθμός των τακτικών σκιέρ στην Ελλάδα αντιστοιχεί σήμερα στο 0,9% του συνολικού πληθυσμού, με μέσο αριθμό ημερών απασχόλησης ανά έτος μόλις πέντε. Για τους περιστασιακούς σκιέρ τα νούμερα είναι 3% και 1,3 μέρες αντίστοιχα. Ο αριθμός των 18 χιονοδρομικών κέντρων που υπάρχουν σήμερα είναι υπεραρκετός για να καλύψει τις ανάγκες των ελλήνων σκιέρ, αρκεί βέβαια αυτά να εκσυγχρονιστούν και να αναβαθμιστούν. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες οι χιονοδρομικές εγκαταστάσεις είναι χωροθετημένες σε περιοχές οι οποίες βρίσκονται υπό καθεστώς περιβαλλοντικής προστασίας και ειδική διαχείριση και προστασία.

 

Δαίμων της Οικολογίας, τ.6

Ιούλιος - Αύγουστος 2001

 

Επιστροφή