Ενότητα :Κτίρια: ενεργειακή απόδοση

Τίτλος : Αθανασίου Δημήτρης: Ευρωπαϊκή & Ελληνική ενεργειακή πολιτική στον κτιριακό τομέα

Διαβάστηκε: 1195 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΚΤΙΡΙΑΚΟ ΤΟΜΕΑ - Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2002/91/EC ΚΑΙ ΤΟΥ Κ.Ο.Χ.Ε.Ε.: Μελέτη Δημητρίου Αθανασίου, Πολιτικού Μηχανικού για την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης. Ο κτιριακός τομέας είναι ένας από τους πιο ενεργειοβόρους τομείς, καθώς απορροφά περίπου το 40% της παγκόσμιας τελικής κατανάλωσης Eνέργειας, συντελώντας στην αύξηση των εκπομπών Διοξειδίου του Άνθρακα και άλλων συναφών περιβαλλοντικών προβλημάτων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει μεγάλη δυνατότητα για Εξοικονόμηση Ενέργειας στον κτιριακό τομέα και προκειμένου να ανακουφίσει την Ενεργειακή Εξάρτησή της από εισαγωγές και να συμμορφωθεί με τους στόχους του Πρωτοκόλλου του Κυότο για τη μείωση των εκπομπών του Διοξειδίου του Άνθρακα, εξέδωσε την Οδηγία 2002/91/EK για την «Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων» (EPBD), με στόχο να προωθήσει τη βελτίωση της Ενεργειακής Απόδοσης των κτιρίων εντός της Κοινότητας. Η παρούσα μελέτη παρουσιάζει τις υφιστάμενες συνθήκες του κτιριακού τομέα στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ιαπωνία και την Αυστραλία, καθώς και τις αντίστοιχες νομοθετικές ρυθμίσεις στον τομέα της Ενεργειακής Απόδοσης των κτιρίων. Κυρίως όμως εστιάζει στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Οδηγία EPBD, τις προσπάθειες εφαρμογής της από τα Κράτη-Μέλη, καθώς επίσης και στη διερεύνηση τoυ Ελληνικού νομικού πλαισίου... Η εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κατανάλωση Ενέργειας. Η κοινωνική ευημερία, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβανόμαστε μέσα από το «δυτικό» τρόπο ανάπτυξης του πολιτισμού, συνδέθηκε με την ικανοποίηση ολοένα και αυξανόμενων αναγκών μέσα από μια διαδικασία συνεχούς και αδιάκοπης κατανάλωσης ενεργειακών πόρων, κυρίως πετρελαίου. Ωστόσο, οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και η συνεπαγόμενη αύξηση του κόστους της Ενέργειας, οδήγησαν στη συνειδητοποίηση της σημασίας της ορθολογικής χρήσης της Ενέργειας στην παγκόσμια οικονομία. Tα αστικά κέντρα συγκεντρώνουν περίπου το 80% του πληθυσμού και σε αυτά καταναλώνεται το 75% της παραγόμενης Ενέργειας, με κύριους φορείς κατανάλωσης τον κτιριακό τομέα και τις μεταφορές. Ο κτιριακός τομέας, ένας σημαντικός τομέας οικονομικής δραστηριότητας, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την κατανάλωση Ενέργειας και κατ΄ επέκταση με πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια και επιλογές. Η αναγκαιότητα της Εξοικονόμησης Ενέργειας στον κτιριακό τομέα σήμερα οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες: • αφενός στην παγκόσμια ενεργειακή και τη συνεπαγόμενη οικονομική κρίση που δημιούργησε η υπερκατανάλωση πρώτων υλών (ειδικότερα του πετρελαίου), και • αφετέρου στη ρύπανση της ατμόσφαιρας και στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που έχει η χρήση αυτών των πρώτων υλών, κυρίως στους ανθρώπους που ζουν στις μεγάλες πόλεις. Εκτός από τους περιβαλλοντικούς λόγους και άλλοι λόγοι συνηγορούν στην ορθολογικότερη κατανάλωση Ενέργειας. Η μείωση των λειτουργικών δαπανών, που ανάγονται στη χρήση Ενέργειας εξακολουθεί να είναι ένα καίριο οικονομικό ζήτημα. Το συνάλλαγμα που δαπανάται για την αγορά πετρελαίου και σε μικρότερο βαθμό ηλεκτρισμού, πέρα από κρίσιμο μέγεθος της εθνικής οικονομίας, αποτελεί και δείκτη εξάρτησης κάθε χώρας. Εξάλλου, η αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε συνδυασμό με τη χρήση δομικών υλικών και προϊόντων καθημερινής χρήσης που επιβαρύνουν το Περιβάλλον έχουν συντελέσει στην αύξηση της συγκέντρωσης ειδικών χημικών ρυπαντών και βιολογικών παραμέτρων στο εσωτερικό των κτιρίων, προκαλώντας μια σειρά από προβλήματα υγείας και αδιαθεσίας στους χρήστες τους. Στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης του ενεργειακού προβλήματος, η αναγνώριση της συμμετοχής των κτιρίων στο παγκόσμιο ενεργειακό ισοζύγιο ώθησε τις προσπάθειες του κατασκευαστικού κλάδου σε έναν πιο ορθολογικό ενεργειακά σχεδιασμό των κτιρίων, αλλά και στη χρήση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας και της τεχνογνωσίας και την ωρίμανση της επιστήμης οδηγηθήκαμε στην υιοθέτηση του Ενεργειακού Σχεδιασμού των κτιρίων, ή διαφορετικά του Βιοκλιματικού Σχεδιασμού και της Βιοκλιματικής Αρχιτεκτονικής όπως επιστημονικά έχει επικρατήσει να ορίζεται. Απώτερος σκοπός αυτού του νέου τρόπου δόμησης είναι ο συνδυασμός των βασικών αρχιτεκτονικών αρχών κατασκευής και λειτουργίας ενός κτιρίου με το κλίμα και το περιβάλλον, έτσι ώστε να διασφαλίζονται αποδεκτές εσωκλιματικές συνθήκες θέρμανσης και φωτισμού και ταυτόχρονα να περιορίζεται η κατανάλωση Ενέργειας. Ζητούμενο συνεπώς είναι η συνολικά βέλτιστη αντιμετώπιση του πολύπλοκου συστήματος που λέγεται κτίριο, ενεργειακά, χρηστικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά. Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί η δυνατότητα βελτίωσης της Ενεργειακής Απόδοσης των κτιρίων μέσα από το πρίσμα της επερχόμενης νομοθεσίας. Η επιμέρους ανάλυση πραγματοποιείται σε τρία επίπεδα: Παγκόσμιο, Ευρωπαϊκής Ένωσης και Εθνικό. Στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφεται η σημερινή κατάσταση του τομέα των κτιρίων, η σχέση του με την Ενέργεια και επισημαίνονται οι βασικές αρχές του Βιοκλιματικού Σχεδιασμού με σκοπό την επαφή και την εξοικείωση με το ζήτημα της Ενεργειακής Απόδοσης των κτιρίων. Στο δεύτερο κεφάλαιο επιχειρείται η περιγραφή της πολιτικής της Ενεργειακής Απόδοσης του κτιριακού τομέα σε τέσσερις χώρες: στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ιαπωνία και την Αυστραλία. Οι χώρες αυτές επιλέχθηκαν διότι θεωρήθηκε ότι ως προηγμένες τεχνολογικά και πρωτοπόρες στην Ενεργειακή Πολιτική, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υπόδειγμα σύγκρισης με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας που θα ακολουθήσουν στα επόμενα κεφάλαια. Στο τρίτο κεφάλαιο εξετάζεται η Ευρωπαϊκή εμπειρία. Ξεκινώντας από την εξέλιξη του Κοινοτικού νομοθετικού πλαισίου και τους κύριους φορείς προώθησης της Πολιτικής Ενεργειακής Απόδοσης του κτιριακού τομέα, το κεφάλαιο εστιάζει στην περιγραφή της Κοινοτικής Οδηγίας 2002/91/EC (EPBD) για την «Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων». Στη συνέχεια μελετάται σύντομα η Ενεργειακή Πολιτική οκτώ Κρατών-Μελών της ΕΕ: της Δανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ολλανδίας, και του ΗΒ που θεωρούνται πρωτοπόρες στη χάραξη Ενεργειακής Πολιτικής, αλλά και της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας επειδή τόσο οι κλιματολογικές συνθήκες, όσο και η οικονομική κατάστασή τους, προσεγγίζει περισσότερο τα Ελληνικά δεδομένα. Το τέταρτο κεφάλαιο μελετά την Ελληνική περίπτωση περιγράφοντας αρχικά το ενεργειακό προφίλ του κτιριακού τομέα. Ακολουθεί μία σύντομη, αλλά απαραίτητη αναφορά στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο συμμόρφωσης, εστιάζοντας στον Κανονισμό Ορθολογικής Χρήσης και Εξοικονόμησης Ενέργειας (ΚΟΧΕΕ). Στη συνέχεια παρουσιάζεται το πλαίσιο των οικονομικών κινήτρων, αλλά και τα προβλήματα που ελλοχεύουν την εφαρμογή του Ενεργειακού Σχεδιασμού στην Ελλάδα. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με χαρακτηριστικές δράσεις του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Συμπερασματικά, η μελέτη διαπιστώνει τις υφιστάμενες αβεβαιοτήτες και τα σημαντικότερα προβλήματα εφαρμογής του ζητήματος της Εξοικονόμησης Ενέργειας στον κτιριακό τομέα, ενώ τέλος πραγματεύεται ενδεχόμενες λύσεις και προτάσεις, που θα καταστήσουν δυνατή τη βελτίωση της Ενεργειακής Απόδοσης των κτιρίων...

Επιστροφή