Ενότητα :Τεύχος 75, Οκτώβριος 2007

Τίτλος : Κανελλοπούλου Βάσω, Μια εικόνα χίλιες λέξεις: παραπλανητικές εντυπώσεις υπέρ της γενετικά τροποποιημένης διατροφής μέσα από σχολικό βιβλίο βιολογίας

Διαβάστηκε: 918 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου

 

Μια εικόνα χίλιες λέξεις

(παραπλανητικές εντυπώσεις υπέρ της γενετικά τροποποιημένης διατροφής, μέσα από σχολικό βιβλίο βιολογίας)

 

Βάσω Κανελλοπούλου

 

Όταν τα παιδιά της σημερινής Γ΄ γυμνασίου θα έχουν διαβάσει το νέο βιβλίο της βιολογίας που μόλις κυκλοφόρησε στα σχολεία, θα θυμούνται τη  φωτογραφία με  μια φρικτή μουχλιασμένη ντομάτα να αντιπροσωπεύει τις σημερινές  φυσιολογικές και δίπλα, μια πανέμορφη και υγιέστατη ντομάτα να αντιπροσωπεύει τα γενετικά τροποποιημένα φυτά, δηλαδή  αυτές τις ντομάτες που στην καθομιλουμένη αποκαλούμε μεταλλαγμένες!! Τι θα μείνει στο νου των παιδιών; Η «καλή» μεταλλαγμένη και η «κακή» φυσιολογική…..

Ποια η πηγή της φωτογραφίας και άλλα ερωτήματα

Γιατί το  σχολικό βιβλίο δεν αναφέρει την   πηγή της φωτογραφίας; Μήπως προέρχεται από πείραμα χρηματοδοτημένα από ιδιωτικές εταιρίες; Μήπως το συγκεκριμένο πείραμα ΔΕΝ έχει αξιολογηθεί  και ΔΕΝ έχει δημοσιευθεί σε έγκυρο επιστημονικό περιοδικό;(όπως ορίζει η επιστημονική δεοντολογία)

Γατί οι συγγραφείς του βιβλίου δίδουν- μέσω της φωτογραφίας που κάπου αλίευσαν,  μονομερείς πληροφορίες στα παιδιά; Αυτά στη συνέχεια θα πάνε στη λαϊκή αγορά και θα νομίζουν ότι οι ωραιότατες φυσιολογικές ντομάτες που βλέπουμε στους πάγκους είναι μεταλλαγμένες ενώ  ΔΕΝ υπάρχουν στις αγορές πουθενά στον κόσμο. Γιατί δεν τους λένε ότι  αποσύρθηκαν επειδή υπήρξαν προβλήματα; 

 Σωστά έγραψε ο ιατρός και βουλευτής Τάσος Κουράκης- που πρώτος αποκάλυψε,  το πρόβλημα του νέου βιβλίου βιολογίας της Γ΄ γυμνασίου- ότι πρόκειται για προσπάθεια δημιουργίας μιας «μεταλλαγμένης» νέας γενιάς.

Τι δεν είπαν στα παιδιά

Είναι περίεργο αλλά το σχολικό βιβλίο δεν δίδει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία για τις ντομάτες της φωτογραφίας. Επομένως οι μαθήτριες και οι μαθητές  θα αγνοούν εντελώς ότι…

Οι γενετικά τροποποιημένες ντομάτες δηλαδή οι «μεταλλαγμένες», δεν κυκλοφορούν σήμερα σε καμία αγορά του πλανήτη. 

Για μικρό μόνο χρονικό διάστημα, κυκλοφόρησαν το 1994 στις ΗΠΑ  και στη συνέχεια, σε μορφή πελτέ στην Μ. Βρετανία. Και στις δύο χώρες αποσύρθηκαν από την αγορά πάρα πολύ σύντομα γιατί παρουσίαζαν προβλήματα. Εδώ και 10 χρόνια καμία εταιρία δεν έχει δοκιμάσει να τις ξανακυκλοφορήσει.

Αυτές οι ντομάτες περιλαμβάνουν και ένα γονίδιο που τους δίδει ανθεκτικότητα σε συγκεκριμένο αντιβιοτικό. Είναι γνωστό πως η ενδεχόμενη διάδοση τέτοιας ανθεκτικότητας μέσω της τροφικής αλυσίδας, δεν ενδείκνυται.

Τα προβλήματα που παρουσίασαν οι Γ.Τρ. ντομάτες για το μικρό διάστημα που κυκλοφόρησαν  στις ΗΠΑ, αναφέρονται σε αίσθηση «μεταλλικής» γεύσης (αναφορά ένωσης καταναλωτών) ή σε «μαυρίλες» που παρουσίαζαν κατά τη διαδικασία μεταφοράς τους (βλέπε wikipedia-ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια).

Πριν από την βραχύχρονη κυκλοφορία της μεταλλαγμένης ντομάτας στις ΗΠΑ υπήρξε μεγάλη επιστημονική διχογνωμία σχετική με την ασφάλεια για την υγεία και το περιβάλλον. Οι αρνητικές επιστημονικές εισηγήσεις παρέμειναν κρυφές μέχρι το 1998. Τότε δόθηκαν υποχρεωτικά στη δημοσιότητα μετά από απόφαση δικαστηρίου. (βλέπε  Jeffrey Smith «Seeds of Deception”).

Η μισή αλήθεια μπορεί να ισοδυναμεί με  ψέμα

Ας αφήσουμε τις ντομάτες. Μια άλλη «βεβαιότητα» που προωθεί το σχολικό εγχειρίδιο είναι ότι τα Γεν. Τρ. αγροτικά φυτά χρειάζονται λιγώτερα παρασιτοκτόνα. Εδώ οι συγγραφείς του βιβλίου ξεχνούν εντελώς  τη χρήση των ζιζανιοκτόνων που έχει δραματικά αυξηθεί στις περιοχές εκείνες που καλλιεργούνται μεταλλαγμένα και μιλούν μόνο για χρήση  παρασιτοκτόνων επειδή σε μια μικρή μόνο κατηγορία Γεν. Τρ. Φυτών έχει πράγματι μειωθεί.

 Στο ισοζύγιο όμως, η αύξηση χρήσης  φυτοφαρμάκων ξεπερνά κατά πολύ τη μείωση, καθώς με τα μεταλλαγμένα  έχει καταγραφεί μετά από τα πρώτα  χρόνια, αυξημένη χρήση τους. Οι σχετικοί υπολογισμοί βασίζονται στις στατιστικές του Αμερικάνικου υπουργείου Γεωργίας – (πηγή Charles Benbrook για  βιβλιογραφία  βλέπε στο τέλος).. Στη δε κατηγορία φυτών που τα παρασιτοκτόνα έχουν μειωθεί, αυτό οφείλεται σε μια τοξίνη που περιλαμβάνεται μέσα στο ίδιο το φυτό. Εκτεταμένες βρετανικές έρευνες έχουν δείξει ότι αυτή η κατηγορία φυτών μειώνει τη βιοποικιλότητα.

Γιατί λοιπόν αφήνουν τα παιδιά με εσφαλμένες εντυπώσεις περί μείωσης χρήσης φυτοφαρμάκων;

Μεγαλύτερη Παραγωγή

Τέλος το σχολικό εγχειρίδιο αναφέρει μεταξύ άλλων ότι τα γενετικά τροποποιημένα φυτά χρησιμοποιούνται για αύξηση της αγροτικής παραγωγής. ΔΕΝ λέει όμως στα παιδιά ότι αυτή η υπόσχεση, σπάνια εκπληρώνεται.  Δημοσιεύουμε λοιπόν την ακόλουθη αληθινή ιστορία- απόσπασμα από σχετικό βιβλίο-  για να εικονογραφήσουμε πόσο εύκολο είναι να πέσει κανείς στη «μεταλλαγμένη» διαφημιστική παγίδα των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων.

Δημόσιες σχέσεις και υποσχέσεις που δεν επαληθεύθηκαν

Κατάγεται από την Κένυα και ονομάζεται Dr. Florence Wambugu. Την έχουν παρουσιάσει στο έγκριτο οικονομικό περιοδικό Forbes ως ένα από τα 15 άτομα σε αυτόν τον πλανήτη που «θα εφεύρουν» εκ νέου το μέλλον μας. Έχει δυο φορές βραβευθεί από την εταιρία γενετικής μηχανικής Μονσάντο που μεταξύ άλλων, εμπορεύεται χημικά φυτοφάρμακα και μεταλλαγμένους σπόρους, για το εξαιρετικό επιστημονικό της έργο, ενώ συνεργάζεται ως σύμβουλος και με άλλες παρεμφερείς εταιρίες. Στην Κένυα, είναι επικεφαλής των πειραμάτων που γίνονται με τη γενετικά τροποποιημένη γλυκοπατάτα, η οποία τροποποιήθηκε με μεθόδους γενετικής μηχανικής, ώστε να αντέχει σε συγκεκριμένους ιούς. Πριν καν συμπληρωθεί η τριετία των πειραμάτων της στον αγρό, έδωσε πληθώρα συνεντεύξεων για τα «εκπληκτικά» αποτελέσματα των ερευνών της. Στο New Scientist είπε ότι στην Αφρική η γενετική τροποποίηση θα μπορούσε να σβήσει τη φτώχεια. Στο περιοδικό Nature δήλωσε ότι, εκτός από τη φτώχεια, η γενετική τροποποίηση θα αντιμετωπίσει και το πρόβλημα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος(1).

Οι πληροφορίες αυτές μπήκαν στον τροχό των ΜΜΕ, άρχισαν να κάνουν το γύρο του πλανήτη και να συμπεριλαμβάνονται σε περιοδικά, εφημερίδες, στο διαδίκτυο, ακόμα και σε μελέτες, δίνοντας την εντύπωση ότι τα μεταλλαγμένα προσφέρουν σημαντική αύξηση της παραγωγής: "Ενώ η Δύση συζητά για την ηθική της γενετικά τροποποιημένης τροφής η dr. Wambugu τη χρησιμοποιεί για να θρέψει τη χώρα της", έγραψε το έγκριτο αμερικάνικο οικονομικό περιοδικό Forbes τον Δεκέμβριο 2002, και πρόσθεσε ότι η απόδοση του πρώτου Γ.Τ. φυτού –γλυκοπατάτα- που δοκιμάστηκε στην Κένυα, ήταν διπλάσια από τη συνηθισμένη δίνοντας ελπίδες στην πεινασμένη υπο-Σαχάρια Αφρική(2).

 

Παρεμφερή ενημέρωση ανέφερε και τον Ιούλιο του 2003 η εφημερίδα Toronto Globe & Mail. Τον Ιανουάριο του 2004 μία επιστημονική μελέτη του Nuffield Council for Bioethics κατέγραψε ότι από την γλυκοπατάτα αναμένεται αυξημένο εισόδημα από 28-39%. Και το πιο εντυπωσιακό: Ο Διεθνής Οργανισμός τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) συμπεριέλαβε τη Γ.Τ. γλυκοπατάτα, ως επιτυχημένο τεχνολογικό παράδειγμα, στην έκδοσή του για την Αγροτική Βιοτεχνολογία, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2004 (σελ. 97).

Στην πραγματικότητα όμως, τα αποτελέσματα των τριετών πειραμάτων στον αγρό με τη Γ.Τ. γλυκοπατάτα δεν ανταποκρίθηκαν σε καμία από τις προηγούμενες εξαγγελθείσες βεβαιότητες. Οι φυσιολογικές γλυκοπατάτες που χρησιμοποιήθηκαν για σύγκριση, είχαν αντίθετα μεγαλύτερη απόδοση και ήταν  πιο ανθεκτικές. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή τη φορά τα νέα δεν εισέβαλαν στον τροχό της δημοσιότητας και δεν έκαναν το γύρο του κόσμου. Ανακοινώθηκαν απλά και χωρίς τυμπανοκρουσίες σε τρία έντυπα. Μια εφημερίδα της Κένυα στο τέλος Ιανουαρίου του 2004, στη βρετανική Γκάρντιαν και τέλος στο New Scientist με τίτλο "Το επιδεικτικό πρόγραμμα της Μονσάντο στην Αφρική αποτυγχάνει"(3).

Αλλά ακόμα και πριν τη λήξη της πειραματικής τριετίας, είχε επισημανθεί από τον Aaron deGrassi του Institute of Development Studies, ότι υπήρχε ήδη επιτυχημένο πείραμα στην Ουγκάντα με άλλη ποικιλία γλυκοπατάτας που δημιουργήθηκε από συμβατικού τύπου διασταυρώσεις, η οποία σχεδόν διπλασιάζει τις αποδόσεις και είναι ανθεκτική σε ιούς. Κανείς βέβαια δεν τόλμησε να ισχυρισθεί ότι αυτή η υψηλής απόδοσης γλυκοπατάτα θα σώσει την Αφρική. Είναι όμως άξιο επισήμανσης ότι αυτό το χαμηλού κόστους ερευνητικό πρόγραμμα δεν διαφημίστηκε, σε αντίθεση με τα μη αποδεδειγμένα αποτελέσματα που είχε εξαγγείλει η Dr. Wambugu η οποία είχε επίσης προβλέψει ότι με συμβατικές μεθόδους δεν αντιμετωπίζονται οι ιοί! Το δικό της πρόγραμμα έχει μέχρι σήμερα κοστίσει 6 εκατομμύρια δολλάρια που έχουν δοθεί από τη Μονσάντο, από τη Διεθνή Τράπεζα και από την Αναπτυξιακή Βοήθεια των ΗΠΑ(4).

Δεν έχουμε υπόψη μας αν κάποιο ποσοστό δόθηκε για δημόσιες σχέσεις.

 (απόσπασμα από το βιβλίο: B. Κανελλοπούλου, Μεταλλαγμένα, το παρελθόν το παρόν και το άγνωστο μέλλον, Ευώνυμος Οικολογική Βιβλιοθήκη 2006. Στο ίδιο βιβλίο περιλαμβάνεται γενικώτερη βιβλιογραφία για τα ανωτέρω   αναφερόμενα καθώς και έγκυρες επιστημονικές απόψεις για την χρήση γενετικά τροποποιημένων αγροτικά φυτών στη διατροφή).

 

 

1. www.gmwatch.org, βλέπε profiles, βλέπε Florence Wambugu

2. οι πληροφορίες για τις «επιτυχίες» της Wambugu από το επιχειρηματικό περιοδικό Φόρμπες έφθασαν και στην Ελλάδα –ΤΑ ΝΕΑ 18/12/02- η εφημερίδα περιέλαβε και αναφορά στις γενικές αντιρρήσεις της Greenpeace για τη μεταλλαγμένη διατροφή, αλλά η εντύπωση που έμεινε είναι αυτή της υπερπαραγωγής των μεταλλαγμένων καλλιεργειών.

3. τόμος 181, 7/2/04

4.www.gmwatch.org, βλέπε profiles, βλέπε Florence Wambugu

 

Ο Ιατρικός Σύλλογος  Θεσσαλονίκης

Έχει καταθέσει επιστημονική γνωμάτευση  στην οποία επικροτεί  την χρήση Γεν. Τροπ. Οργανισμών για θέματα υγείας.  Αντίθετα  για τα φυτά διατροφής που  απελευθερώνονται στο περιβάλλον (βγαίνουν από τα εργαστήρια)  έχει πει τα μεταξύ  άλλων τα ακόλουθα

«Σχετικά με την παραγωγή, κυκλοφορία και κατανάλωση τροφών ή προϊόντων που προέρχονται από ΓΤΟ που απελευθερώνονται στο περιβάλλον, η επιτροπή διατυπώνει τις ακόλουθες προτάσεις:  Η απελευθέρωση των ΓΤΟ στο περιβάλλον είναι μια διαδικασία που πρέπει να ανασταλεί. Η αναστολή αυτή να ισχύσει για όσο διάστημα χρειαστεί, ώστε να παραχθεί η αναγκαία τεχνογνωσία που θα εγγυάται τη μη πρόκληση βλάβης στην υγεία και το περιβάλλον. Η επιστήμη δεν εξασφαλίζει σήμερα την εγγύηση αυτή...»

 

Δαίμων της Οικολογίας,

τ. 75, 10/07

 

Επιστροφή