Ενότητα :Ριτζούλης Γιώργος

Τίτλος : Γιώργος Β. Ριτζούλης, Η υπόσχεση της προόδου, ο μαρξισμός και η οικολογία ως πολιτική

Διαβάστηκε: 1318 φορές!

Πλήρες Κείμενο :   


Αρχή κειμένου

 

Η υπόσχεση της προόδου, ο μαρξισμός και η οικολογία ως πολιτική

 

Γιώργος Β. Ριτζούλης

 

 

Ήδη από τη δεκαετία του 1970, στις πρώιμες απόπειρες διαλόγου των κριτικών ρευμάτων της προερχόμενης από το μαρξισμό αριστεράς με την οικολογική σκέψη, η όλη συζήτηση, πριν από κάθε άλλο εμπόδιο, προσέκρουε σε μεγάλες δυσκολίες συνεννόησης και σε παρεξηγήσεις για την ταυτότητα και τις προθέσεις των συνομιλητών. Λόγου χάρη, ακόμη και σε πολύ ανοιχτά πνεύματα προερχόμενα από την παράδοση της αριστεράς, ήταν εμπεδωμένη η δηλητηριώδης υποψία, ότι η οικολογία βλέπει με αυτονόητο τρόπο την κοινωνία ως μια μορφή οικοσυστήματος και ως ιεραρχημένο οικοσύστημα την αντιμετωπίζει. Ενώ στην άλλη πλευρά, επικρατούσε η εξίσου επίμονη υποψία ότι η ιστορική μαρξιστική αριστερά ως σύνολο και από συστάσεώς της, είναι το «κόμμα» που κατ’ εξοχήν υποστηρίζει και προωθεί ομοφώνως την χωρίς φραγμούς και όρια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Τις απαρχές τέτοιων παρεξηγήσεων, κυρίως τις «διαφορετικές γλώσσες» που γεννούν ασυνεννοησία, θα έπρεπε να τις αναζητεί κανείς σε όσα διαδραματίσθηκαν στην σχετικά μακρά ιστορική πορεία της αριστεράς, αλλά και στο γεγονός ότι ο άλλος διαλεγόμενος, η οικολογία ως πολιτική, είχε ακόμη τότε την ηλικία, στην οποία υπερισχύει η ορμή του νεοφώτιστου. Τώρα πια, η ιστορία έχει προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα: Θα ήταν αναχρονισμός και ελάχιστα χρήσιμο, ν’ ανοίξει πάλι η συζήτηση περί των «διαφορετικών πολιτικών γλωσσών». Στην πολιτική, όπως και σε άλλα πράγματα, πριν ερευνηθούν τα (υποτιθέμενα ή όντως) διαφορετικά γλωσσικά μέσα, καλό είναι να ερευνώνται οι διαφορετικοί σκοποί. Και αναμφίβολα, η μαρξιστική αριστερά και η οικολογία, όταν καθεμιά με τη σειρά της εμφανίσθηκε στον κόσμο ως αρθρωμένη πολιτική πρόταση, φιλοδοξούσαν να αντιμετωπίσουν διαφορετικές προκλήσεις μέσα σε διαφορετικές πραγματικότητες και να επιτύχουν πολύ διαφορετικούς στόχους.[1] Ο κόσμος του όψιμου 20ού αιώνα δεν ήταν η Ευρώπη των μέσων του 19ου.

Για να επανέλθουμε όμως στα προαναφερθέντα περί της σχέσης κοινωνίας και οικοσυστήματος: Είναι ορθό ότι από θεωρητική άποψη, η οικολογία ως πολιτική, ενδιαφέρεται μεταξύ άλλων για τη θέση της κοινωνίας των ανθρώπων μέσα στα οικοσυστήματα και ως συνέπεια, εξάγει συμπεράσματα για την ίδια την κοινωνία ως κοινωνία. Όμως, υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση από αυτό, μέχρι να καταλήξει κανείς στη φιλοδοξία να οργανώσει την κοινωνία με βάση τους νόμους των οικοσυστημάτων ή ν’ αναλύει την πραγματικότητα των σημερινών κοινωνιών ως τρόπο εκδήλωσης αυτών των νόμων. Και βέβαια θα συμφωνούσαμε όλοι ότι μία ανθρώπινη κοινωνία συγκροτημένη ως όλον από ιεραρχίες του τύπου «σαρκοφάγα - φυτοφάγα - φυτά», από «τροφικές αλυσίδες» και από «οικοθέσεις» που προσι­διάζουν σε ιδιαίτερες «κατηγορίες» ανθρώπων, μπορεί να θυμίζει κάπως την σημερινή, αλλά μάλλον δεν φταινε γι' αυτό οι νόμοι των οικοσυστημάτων κι ακόμα λιγότερο φταινε οι οικολόγοι. Ενώ ως προς το παράδειγμα καχυποψίας της άλλης πλευράς, είναι παράδοξο να ισχυρίζεται κανείς, ότι ο ιδεολογικός και πολιτικός αστερισμός της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, ο οποίος από την αρχή σχεδόν της εμφάνισής του διασχίζεται από βαθιές «εμφύλιες» διαιρέσεις, και σ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα ήταν ένα κατ’ εξοχήν διηρημένο και εσωτερικά διαφιλονικούμενο πολιτικό στρατόπεδο, θα μπορούσε να έχει ομονοούσες πεποιθήσεις για ένα πρόβλημα, που κατά βάση είναι εκείνο που διαιρούσε τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς στοχαστές από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι τον Κάντ και τον Έγελο και συνεχίζει να τους διαιρεί ακόμα και σήμερα: Προς τα πού κατευθύνεται ο πολιτισμός ως όλον (ως σύμπλοκο Kultur και Civilization), που μπορεί να κατευθυνθεί, που οφείλει να κατευθυνθεί;



 

Η ΕΛΚΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ – ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΟΥΤΟΠΙΣΜΟΥ 



Ωστόσο, η βαθύτερη δυσκολία συνεννόησης υπήρχε και υπάρχει ακόμη· όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι όχι τόσο «φιλοσοφικής» ή θεωρητικής φύσης, αλλά κυρίως πολιτικο - ιστορικής. Στη  συνέχεια θα φανεί ότι δεν είναι πρόκειται μόνον για ασυνεννοησία μεταξύ της αριστεράς και της οικολογίας ως πολιτικής, αλλά επίσης για διαμάχη εντός της αριστεράς, που προέρχεται από την παράδοση του μαρξισμού.

Το αίτημα για συλλογικό αυτοπεριορισμό στις συναλλαγές κοινωνίας - φύσης (δηλαδή κατά τις διαδικασίες κοινωνικής παραγωγής και κατανάλωσης) και η θεωρητική ή πρακτική αναζήτηση άλλων μορφών κοινωνικής οργάνωσης, με τις οποίες επιδιώκονται συνειδητά οι μη καταστροφικές (ή λιγότερο καταστροφικές) σχέσεις με τον εκτός της κοινωνίας φυσικό κόσμο (όπως και εντός της κοινωνίας), ήταν και είναι κοινός τόπος για τις διάφορες εκδοχές του οικολογικού κινήματος. Από την άλλη πλευρά, για πολύ σημαντικό τμήμα της μαρξιστικής αριστεράς, το αίτημα αυτό του συλλογικού αυτοπεριορισμού της κοινωνίας, ποτέ δεν έπαυσε υπόρρητα να κατανοείται ως αντιαναπτυξιακός μύθος, ως «επιστροφή προς το παρελθόν», ως αίτημα «λιτότητας». Στο σημείο αυτό, υπάρχει όντως επαφή και σύγκρουση με συντακτικά ιδεολογικά βάθρα, στα οποία εδράζεται η πλειοψηφική ιστορική παράδοση της αριστεράς: Πώς να συμφωνήσει η παράδοση αυτή ότι υπάρχουν εκδοχές της λιτότητας που είναι «καλό πράγμα», ίσως και λυτρωτικές, πόσο εύκολο είναι ν’ αποδεχθεί, ότι αυτό που πάντα αποκαλούσε «πρόοδο», ισοδυναμεί εν τέλει με παρακμή ή και καταστροφή;

Η αριστερά γεννήθηκε και πορεύτηκε ως κίνηση της χειραφέτησης εναντίον της χειραγώγησης και εναντίον των εσωτερικών ή εξωτερικών δεσμών, της αυτονομίας εναντίον της ετερονομίας, της αφθονίας εναντίον της σπάνεως, ως απελευθέρωση της κοινωνίας από το ετερόνομο «βασίλειο της αναγκαιότητας και του καταναγκασμού», το κατά Μαρξ Reich der Notwendigkeit (και είναι πολύ μακρόβια η φιλοσοφική παράδοση που ενέτασσε τη φύση στο «βασίλειο της αναγκαιότητας»). «Στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» (jedem nach seinen Bedürfnissen) έγραφε ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Gotha, αλλά ποιος προσδιορίζει τις ανάγκες του καθένα; Το ίδιο το ατομικό υποκείμενο ή η χειραφετημένη κοινωνική συλλογικότητα, και πόσο υπεισέρχεται στο λογαριασμό ο κόσμος της φύσης;

Στο τέλος του 20ού αιώνα η αριστερά κλήθηκε ν’ αποδεχθεί την συσχέτιση των πολιτικών, ιδεολογικών και οικονομικών ζητούμενων ενός απελευθερωτικού μετασχηματισμού της σύγχρονης κοινωνίας, με συμπεράσματα από τις βιολογικές και φυσικές επιστήμες, δηλαδή με υπαγορεύσεις που έρχονται από τον θεωρούμενο κατά παράδοση ως «κόσμο της αναγκαιότητας». Ασφαλώς, αυτό το αίτημα δεν ήταν καθόλου εύκολο.

Ο Έγελος είχε προειδοποιήσει έγκαιρα για την διαλεκτική «πανουργία του Λόγου»: Η δυϊστική θεώρηση ανθρώπου και φύσης (πίσω από τον οποίο βρίσκεται ο ριζικός δυϊσμός πνεύματος και ύλης), ακόμη και μετά τα μέσα του υλιστικού 19ου αιώνα ή και σ’ όλη τη διάρκεια του 20ού, είχε αρκετή ισχύ και κύρος, ώστε ν’ απαγορεύει τόσο ιερόσυλες επιμειξίες. Σύμφωνα με όσα υπαγορεύει, δουλειά της φύσης είναι να προσφέρεται αφιλοκερδώς ως «ορυχείο προς εκμετάλλευση», όχι ν’ ανακατεύεται με δόλιο τρόπο στις εσωτερικές διαδικασίες της κοινωνίας μας. Ο άνθρωπος, ως «κορωνίδα της Δημιουργίας», είναι μεν υποχρεωμένος να λαμβάνει υπόψη τούς βιολογικούς νόμους, αλλά στη συνάρτηση μεταξύ της κοινωνικής οργάνωσης της παραγωγής και της φύσης, συνεχίζει με κεκτημένη ταχύτητα να διεκδικεί ρόλο ανεξάρτητης μεταβλητής. Το κόστος αυτής της διεκδίκησης το αντιληφθήκαμε μόλις τελευταία. Είμαστε μήπως έτoιμοι να το αποδεχθούμε συνειδητά και να το πληρώσουμε;

Η δυσκολία της μαρξιστικής παράδοσης να εννοήσει το κοινωνικό φαινόμενο ως σχετικά αυτόνομη διαδικασία που εδράζεται σε οικολογικά και φυσικά βάθρα, ασφαλώς σχετίζεται με τη μακρά παράδοση σκέψης, για την οποία η φύση ανήκει στο ετερόνομο «βασίλειο της αναγκαιότητας», μόνον η υπέρβαση του οποίου θα οδηγούσε στο «βασίλειο της ελευθερίας». Ιδωμένη από μια τέτοια προοπτική, και μέσα στα πλαίσια της διαλεκτικής ανάγνωσης της ιστορίας, όπως οριστικοποιήθηκε στα ώριμα έργα του Hegel, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έφερε η χωρίς φραγμούς επέκταση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, θεωρήθηκε εξέλιξη απελευθερωτική, πρόοδος για την ανθρωπότητα ως όλον.

Βέβαια, πάμπολλες αναφορές δικαιώνουν την άποψη ότι στο θέμα αυτό, η μαρξιστική παράδοση είναι από τη γένεσή της αντιφατική: «Κάθε πρόοδος της καπιταλιστικής αγροκαλλιέργειας δεν είναι μόνο ένα βήμα βελτίωσης για το γεωργό, αλλά ταυτόχρονα ένα βήμα εντατικοποίησης τής ληστρικής εκμετάλλευσης του εδάφoυς. Όσο πλησιάζoυμε το ανώτατο όριο της παραγωγικότητάς του, τόσο πλησιάζουμε και προς το τελικό στέρεμα των πηγών αυτής της παραγωγικότητας. Όσο περισσότερο βασίζεται μια χώρα στην εντατικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής, όπως π. χ. η Βόρεια Αμερική, τόσο πιο γρήγορη θα είναι η καταστροφή της. Η καπιταλιστική παραγωγή αναπτύσσει την τεχνική και το συνδυασμό της κοινωνικής διαδικασίας παραγωγής, ληστεύοντας και καταστρέφοντας τις πηγές κάθε πλούτου: Τη γη και τον εργάτη». Ο αντιαναπτυξιακός οικολόγος πού έγραψε τα παραπάνω καταστροφο­λογικά και αποκαλυψιακά, εκατόν τόσα χρόνια πριν, λεγόταν Κάρολος Μαρξ.[2]

Ωστόσο δεν πρέπει να αυταπατόμαστε: Το έργο του Μαρξ είναι μεν εξαιρετικά πολυσχιδές, τρέφεται από πολλές διαφορετικές μεταξύ τους πηγές και κατά συνέπεια, παρουσιάζει αναμενόμενες αντιφάσεις και μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα διαφοροποιημένα και περαιτέρω επεξεργασίες αποκλίνουσες. Αλλά ο Μαρξ είναι στοχαστής του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και το έργο του ανήκει κατά πρώτο λόγο στο πνεύμα της εποχής του, δηλαδή της γενικευμένης εκβιομηχάνισης σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, με υποχώρηση του ιστού ιδεών και νοοτροπιών, των συνδεδεμένων με την διαλυόμενη κοινότητα, αγροτική ή συντεχνιακή των πόλεων. Και με την έννοια που ήδη αναφέρθηκε, την εποχή εκείνη έπνεαν άνεμοι προόδου και ιστορικής αισιοδοξίας: Επιστήμη, τεχνική και βιομηχανία ως εγγύηση για την κυριαρχία επί της φύσης, απομυθοποιητική απελευθέρωση από μεταφυσικούς περιοριστικούς φραγμούς με την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου, ενώ στο επίπεδο της φιλοσοφίας, μετά την ευθεία κριτική της θρησκείας από τους αριστερούς Εγελιανούς, καθοριστική ήταν η επικράτηση υλιστικών κοσμοαντιλήψεων, και μάλιστα ανεπεξέργαστων ακόμη (ο κατά Μαρξ «χυδαίος υλισμός»). Κάτω από την επίδραση του υποδείγματος των φυσικών επιστημών της εποχής και της κλασικής πολιτικής οικονομίας, ο θετικισμός ανέτρεψε τα «σκοτεινά» διαλεκτικά φιλοσοφικά - ιστορικά σχήματα του Hegel και το Καντιανό αναστοχαστικό υπόβαθρό τους.[3] Ποια ίχνη άφησε στο έργο του Μαρξ o Βρετανικός ωφελιμισμός και η θετική κοινωνιολογία και φιλοσοφία του Αυγούστου Κοντ (Auguste Comte), είναι μεγάλη και ενδιαφέρουσα συζήτηση.

Από τις αντιφάσεις που κληρονόμησε η εποχή του στο έργο του Μαρξ (και τις ασφαλώς δογματικότερες θέσεις του Φρειδερίκου Έγκελς) μέχρι τους «μαρξιστές» του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα που υποστήριζαν σθεναρά την γενικευμένη χρήση της πυρηνικής ενέργειας, είχαν μεσολαβήσει πολλά. Αλλά στην πορεία αυτή, όσοι ακολουθούσαν την παράδοση του μαρξισμού δεν βάδιζαν μόνοι, η αλήθεια είναι ότι πορεύτηκαν συμμετέχοντας σ’ ένα πολύ μεγαλύτερο, ετερόκλητο πλήθος.



 

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΠΙΓΕΙΩΝ ΘΕΩΝ;



Υπάρχει μία οξυδερκής παρατήρηση των Μαξ Χόρκχάιμερ (Horkheimer) καί του Τέοντορ Αντόρνο (Adorno) στην εισαγωγή του magnum opus της φραγκφουρτιανής Κριτικής Θεωρίας, Η Διαλεκτική τού Διαφωτισμού:[4] «Η "πτώση" του σύγχρονου ανθρώπου δεν μπορεί να διαχωριστεί από την κοινωνική πρόοδο. Η αύξηση τής οικονομικής παραγωγικότητας δημιουργεί από τη μία μεριά τις συνθήκες για ένa καλύτερο κόσμο και από την άλλη προσφέρει στον τεχνικό μηχανισμό και στις κοινωνικές ομάδες πού τον έχoυv υπό την κυριότητά τους μία φοβερή υπεροχή απέναντι στον υπόλοιπο πληθυσμό».

Στην παράδοση του εργατικού κινήματος του 19ου αιώνα, οι ιδέες που δεν εμπιστευόταν τυφλά την «πρόοδο» και τα θετικά επακόλουθα του νέου κόσμου της μεγάλης βιομηχανίας, ήταν μειοψηφικές αλλά καθόλου απούσες. Κατηγορήθηκαν μάλιστα εντονότατα από τους ενδοπαραταξιακούς αντιπάλους τους, ως οπισθοδρομικές τάσεις επιστροφής στον προκαπιταλιστικό Μεσαίωνα. Στη Μεγάλη Βρετανία λόγου χάρη, το νεαρό εργατικό κίνημα επηρεαζόταν σε σημαντικό βαθμό όχι μόνον από σοσιαλιστικά ρεύματα εχθρικά προς τον μαζικό πολιτισμό της μεγάλης βιομηχανίας, που εξέφραζαν στοχαστές - καλλιτέχνες όπως ο Ουίλιαμ Μόρρις (William Morris) και ο Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens), αλλά και από το βαθύ ρεύμα ενός ηθικού αντικαπιταλισμού και αντιβιομηχανισμού, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην πρώτη ρομαντική λογοτεχνική περίοδο, αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Η επίδραση των ρευμάτων αυτών άντεξε μέχρι τους μεγάλους «αιρετικούς» της Βικτωριανής περιόδου, μιας εποχής κατ΄ εξοχήν βιομηχανιστι­κής και ιμπεριαλιστικής, όπως οι Μόρρις και Ντίκενς, αλλά και ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ (Robert Browning) ή ο Τζών Ράσκιν (John Ruskin), που επηρέασε εξίσου το εργατικό κίνημα, ενώ στοιχεία του εμφανίζονται κατά παράδοξο τρόπο ακόμη και στη σκέψη του Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde), που ακολουθεί το δικό της ατομιστικό αισθητισμό.[5]

Μετά το θάνατο του Μάρξ και την εμφάνιση στη σκηνή των επιγόνων, καθώς το εργατικό κίνημα μετασχηματίζεται σιγά - σιγά στα μορφώματα που γνωρίσαμε αργότερα ως Μπολσεβικισμό και Σοσιαλδημοκρατία, η ήδη επικλινής ισορροπία των πνευμάτων αλλάζει και η αριστερά έγινε ακραιφνώς «προοδευτική» και «αναπτυξιακή». Πόσοι άραγε από τους μείζονες μαρξιστές της μετα-Οκτωβριανής περιόδου, μέχρι και το 1945, συμμερίζονται την παράδοξη αυτή ανησυχία, ότι η τεχνο – οικονομική πρόοδος, στην πραγματικότητα μπορεί να είναι επίσης πτώση και παρακμή; Εκτός από τους εκπροσώπους της Σχολής της Φραγκφούρτης, με πρώτο ίσως διδάξαντα τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (Benjamin), σπέρματα αυτής της απαισιοδοξίας διακρίνονται σε μερικούς του «εγελιανού μαρξισμού» (κυρίως στον πολύ πρώιμο Georg Lukacs, μαθητή του Max Weber, λιγότερο στον Karl Korsch). Πρέπει όμως ν’ αναφερθεί και ο ιδιόμορφος αιρετικός Ερνστ Μπλόχ (Bloch), ο οποίος, χωρίς να είναι απαισιόδοξος, λεει με άλλη (εμφανώς μεσσιανική) γλώσσα, περίπου τα ίδια πράγματα.

Μεταπολεμικά, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘60, αν εξαιρεθεί η σχολή της Φραγκφούρτης και όσοι επηρεάστηκαν απ’ αυτήν (κυρίως πέραν του Ατλαντικού), οι προβληματισμοί του Κορνήλιου Καστοριάδη, του Andre Gorz και λίγων άλλων, τις ανησυχίες αυτού του είδους δεν τις διασπείρουν σχεδόν καθόλου στοχαστές προερχόμενοι από την παράδοση του μαρξισμού ή συνδεόμενοι στενά μ’ αυτήν. Κατά κανόνα, οι παλαιότεροι αντιρρησίες εμφανίζονται να εκκινούν από διαφορετικές αφετη­ρίες και τα παραδείγματα αρχίζουν από τον Γκύντερ Άντερς (Günther Anders) και τον Eric Arthur Blair, γνωστότερο ως Τζώρτζ Όργουελ (Orwell), φθάνοντας πέρα από τον Ατλαντικό σε στοχαστές όπως ο πολυσχιδής Λιούις Μάμφορντ (Lewis Mumford)[6] ή ο Τσαρλς Ράιτ Μίλλς (C. Wright Mills, 1916 -1962),[7] με τον δεύτερο να διατηρεί πάντως κάποιες αμυδρές συνάφειες με το σώμα ιδεών της μαρξιστικής παράδοσης. Μετά τη δεκαετία του ’60, στη νεότερη γενιά αριστερών «εναντίον της προόδου», όπως στον Κρίστοφερ Λας (Christopher Lash), αλλά και σε άλλους στοχαστές, όπως ο Ντάνιελ Μπελ (Daniel Bell), η επίδραση της Κριτικής Θεωρίας είναι πολύ εμφανέστερη, το ίδιο και η εφαρμογή στην κλίμακα της κοινωνίας ερμηνευτικών σχημάτων της φροϋδικής ψυχανάλυσης. Βέβαια, μετά το τέλος της δεκαετίας του ’60, η Κριτική Θεωρία ασκεί μια ευρύτερη, πλατειά επίδραση, απρόβλεπτη ακόμη και για τους εκφραστές της, η οποία όμως γρήγορα αποδείχθηκε πολύ βραχύβια.

Τα «μεγάλα σχήματα» του πίνακα των ιδεών φανερώνουν ότι δεν υπάρχουν ευθείες και σαφείς διαχωριστικές γραμμές αλλά μόνον μειοψηφικοί προβληματισμοί, συχνά αποσπασματικοί, καταφανώς αντίρροποι προς το κύριο μαρξιστικό ρεύμα της εποχής, οι οποίοι όμως έχουν αξιοσημείωτες και ενδιαφέρουσες συνάφειες με άλλα σημαντικά ρεύματα σκέψης: Ένα βασικό χαρακτηριστικό που ενοποιεί πολλές από αυτές τις «αιρέσεις» είναι ότι έθεσαν κάτω από τον ερευνητικό φακό τους τη σταθερότητα, τις ικανότητες κοινωνικής ολοκλήρωσης του ανεπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού: «Όχι τις κρίσεις, αλλά την απουσία κρίσεων με επαναστατική κατάληξη».[8]

Απέναντι σ’ αυτά, επικρατούσε ασφαλώς διαχρονικά το ορθόδοξο, κατά τον Ernst Bloch «ψυχρό ρεύμα του μαρξισμού». Ήταν άραγε ο θετικισμός στην υπηρεσία του προλεταριάτου ή μήπως συνέβαινε το αντίστροφο: Από τη μία πλευρά, την «επαναστατική», οι σιδερένιοι νόμοι της ιστορικής εξέλιξης προσέφεραν τις εγγυήσεις για νομοτελειακή κατάρρευση του συστήματος, κι αυτή θ’ άνοιγε το δρόμο στο «βασίλειο της ελευθερίας», με απεριόριστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της νομοτέλειας κήρυττε μια αέναη, προς τα εμπρός και βήμα – βήμα πορεία κοινωνικής προόδου. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τα διέκοψε όλα αυτά, αλλά μόνον προσωρινά. Επανήλθαν σχεδόν αυτούσια με ορμή μεγαλύτερη, μαζί με την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Ευρώπης και την ενθρόνιση των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ ως αρχόντων του διπολικού κόσμου. Το «βασίλειο της ελευθερίας», τουλάχιστον στη Δύση, έδειχνε ν’ αποκτά επιτέλους όνομα εγκόσμιο και πληβειακό: Όλοι το αντιλαμβανόταν ως κοινωνία της κατανάλωσης, η οποία για τους πολλούς ήταν ευλογία, αλλά για ελάχιστους κατάρα της αποξένωσης και της καταστροφής. Στις δεκαετίες του 1960 και 1970, αυτή την «αιρετική» οπτική την διατύπωσαν υποδειγματικά όχι τόσο φιλόσοφοι ή εργάτες του γραπτού λόγου, όσο σκηνοθέτες του κινηματογράφου όπως ο Μικελάντζελο Αντονιόνι,[9] ο οποίος με το πέρασμα του χρόνου, άφηνε να διακρίνεται στις ταινίες του όχι μόνον πολλή μελαγχολία αλλά και αυξανόμενη οργή. Άλλοι, προερχόμενοι από διαφορετικούς πολιτισμικούς ορίζοντες, όπως ο Ακίρα Κουροσάουα[10] και ο Αντρέι Ταρκόφσκι, ακολούθησαν ίδιο δρόμο. 

Οι θεωρίες όμως έχουν δραστικότητα ως δημιουργοί κοινωνικών γεγονότων μόνον όταν συναντώνται με υπαρκτές κοινωνικές διαθεσιμότητες. Ο αναπτυξιακός μύθος, ανεξαρτήτως της προέλευσής του και του πολιτικού χρώματος των αφηγητών του, συνάντησε αυτές τις διαθεσιμότητες. Βρισκόμασταν στην κατ’ εξοχήν εποχή της ιστορικής αισιοδοξίας, όταν ένας ολόκληρος κυριαρχούμενος κόσμος της εργασίας σε Ευρώπη και Αμερική, όρθωνε το ανάστημα του για να απελευθερωθεί από τα δεσμά της εξαθλίωσης και να εκκαθαρίσει τα ερείπια της πολεμικής καταστροφής. Επιτέλους, είχε κάπου να επενδύσει τα χειροπιαστά όνειρά του. Αλλά δίπλα του (και μέσα στα σπλάχνα του), ο μύθος γινόταν το εφαλτήριο νέων εξουσιών. Το σενάριο ήταν γνωστό και δοκιμασμένο, αλλά η νέα παραλλαγή του, αντί για Θεούς, Δαίμονες και επί γης εκπροσώπους των, είχε σε Δύση και Ανατολή τους παντοδύναμους της τεχνικής, και προ πάντων, το ιερατείο των στελεχών και της νέας πολλά υποσχόμενης τάξης των μάνατζερς: Αλλού ως στελεχικής ραχοκοκαλιάς του πανίσχυρου Κρατικού Λεβιάθαν, αλλού ως λειτουργών του πανίσχυρου εταιρικού (corporate) κόσμου. Παντού, σε Δύση και Ανατολή κήρυξαν την υποταγή της φύσης, αποκρύπτοντας όμως την υποταγή της κοινωνίας.

Ο αναπτυξιακός μύθος επί δεκαετίες λειτούργησε ως ισχυρό σταθεροποιητικό βάθρο τού ανεπτυγμένου δυτικού καπιταλισμού. Αλλά και στις χώρες του βιομηχανικού κρατισμού «ανατολικού τύπου», ο μύθος είχε ανάλογη λειτουργία, για όσο διάστημα το σύστημα αυτό μπορούσε ν’ αντέχει στον ανταγωνισμό με τη Δύση. Σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του ανεπτυγμένου κόσμου, ανεξαρτήτως πολιτικού συστήματος, στο βιωμένο κόσμο των μεταπολεμικών κοινωνιών λειτουργούσε επί 3 – 4 δεκαετίες, ο ίδιος συντονισμός τρόπου ζωής, βραχυπρόθεσμων συμφερόντων και ιδεολογημάτων, κυριαρχούσε η ίδια εντύπωση μιας «μοιραίας ιστορικής νομοτέλειας» της συνεχούς προόδου. Χάρις σε μια διαδικασία που έμοιαζε με εσωτερίκευση της ανταλλακτικής αξίας, η απώλεια σε αίσθηση της ζωής και η ψυχική αποργάνωση που έφερε η κρίση της οικογένειας και η ριζική αναδόμηση με ανοίκειο τρόπο του βιοτικού χώρου,[11] φαινόταν ν’ αναπληρώνεται από την έκρηξη της κατανάλωσης κατασκευασμένων και φυσικών πραγμάτων, αλλά και σχέσεων μεταξύ ανθρώπων (η λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση είναι μόνον μία από τις πολλές πλευρές της εισβολής του ανοίκειου στον εγγύτερο βιοτικό κόσμο, με το ελκυστικό προσωπείο μιας υποτιθέμενης απελευθέρωσης).  

Στη μεταπολεμική Ελλάδα, ο «ασυνεπής υλισμός»[12] βρήκε ακόμη πιο ασθενικές αντιστάσεις, ενώ παρά την ανάπτυξη αξιόλογων αγώνων και αριστερών κινημάτων, η θεωρητική παραγωγή του μαρξισμού γινόταν όλο και πενιχρότερη (με κορυφαία εξαίρεση τον διάττοντα Νίκο Πουλαντζά, αλλά ακόμη και αυτός, από πολλούς γρήγορα λησμονήθηκε). Λίγο πριν και λίγο μετά την πτώση της Δικτατορίας, και κυρίως κατά τη βραχύβια περίοδο του Ευρωκομμουνισμού, τα δάνεια από τον «Ευρωπαϊκό μαρξισμό», κυρίως από το Παρίσι και τη Ρώμη, κάλυψαν εν μέρει το κενό, αλλά δυστυχώς ερχόταν με εντελώς επιλεκτικό τρόπο, ανταποκρινόμενα μόνον σε συγκυριακές πολιτικές ανάγκες και όχι στη συγκρότηση υποδομής. Από την άλλη πλευρά, οι παλιές και νέες ιδέες των αιρετικών στοχαστών από τη Φραγκφούρτη, το Βερολίνο, το Τύμπιγκεν ή τη Βουδαπέστη, ενώ αλλού είχαν αρχίσει τότε ν’ αποκτούν ακροατήριο, εδώ ερχόταν σαν εξωτικά φρούτα. Ακόμη και το κοντινό Δαλματικό νησί της Κόρτσουλα, αρχηγείο με παγκόσμια ακτινοβολία της περίφημης μέχρι το 1980 ομάδας Praxis, για τη ντόπια διανόηση της αριστεράς, πλην εξαιρέσεων, ήταν γη εξίσου άγνωστη με τη Νόβαγια Ζέμλια. Οι ανήσυχοι κεντροευρωπαίοι γέροντες και οι νεώτεροι μαθητές τους, ήταν πολύ δύσπεπτοι για τα στομάχια των ντούρων, ορθόδοξων λενινιστών και πολύ σκληροί για τα δόντια των εγχωρίων αριστερών της ανάπτυξης και της προόδου.

Εντελώς φυσιολογικά, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989, διαλύθηκαν ακόμη και τα πρόσκαιρα οικοδομήματα από επιλεκτικά ψήγματα θεωρίας που υπηρετούσαν τις εγχώριες πολιτικές ανάγκες. Στη συνέχεια, νέες εμπειρικές κατασκευές, είτε με «επαναστατικές» είτε με «μεταρρυθμιστικές» φιλοδοξίες, προσπάθησαν να καλύψουν το κενό, το πολύ μεγαλύτερο τώρα. Μια από αυτές τις εμπειρικές, ανεπεξέργαστες και εξίσου βραχύβιες προτάσεις ήταν η «συνάντηση αριστεράς και οικολογίας».

Αντί να γίνεται η θεωρία ευκαιριακό μέσο στην υπηρεσία συγκυριακών πολιτικών στόχων, θα μπορούσε ν’ αναζητά ένα νέο «ιστορικό συνασπισμό»[13] για την αναδόμηση τής βιομηχανικής κοινωνίας, να επιχειρεί να διαψεύσει τις δυσ-τοπικές «νομοτέλειες» και να ενώσει με σύγχρονο τρόπο παλαιότερες μειοψηφικές προβληματικές με νέα κινήματα και ιδέες. Η συνάντηση ενός αναδομημένου, κριτικού μαρξισμού με το οικολογικό ρεύμα σκέψης και δράσης, θα μπορούσε να ανοίξει νέους δρόμους για να εγερθούν «κοινωνικά και πολιτικά όρια, πριν το μέτωπο τής κεφαλαιοκρατικής επέκτασης προσκρoύσει πάνω στα τελευταία - και μοιραία για την επιβίωση τής ανθρωπότητας - όρια, τα οικολογικά».[14]

 

 

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ

 

Η σχέση του ανθρώπου προς τη φύση αποκαλύπτει περισσότερα για το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο που τον εμπεριέχει, παρά η σχέση ανθρώπου προς άνθρωπο. Διότι ο «άνθρωπος» είναι η σχετική, ενώ η «φύση είναι η απόλυτη πραγματικότητα, είναι το πραγματικό πρόβλημα του ιστορικού ορίζοντα (Ernst Bloch).[15]

Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να θιγεί η προβληματική περί μερικότητας και ολικότητας, που αποτελεί τον πυρήνα του ζητήματος των οικολογικών ορίων.

Η αριστερά, από τις απαρχές του διαλόγου της με την οικολογία ως πολιτική, συνήθιζε ή συνηθίζει να την αντιμε­τωπίζει ως «μερική θεωρία» και το αντίστοιχο κοινωνικό κίνημα ως μερικό κίνημα. Φυσικά υπονοεί­ται η αντίστοιχη ολικότητα που διεκδικεί η άλλη πλευρά (ο μαρξισμός ως «καθολική θεωρία», το κίνημα της αριστεράς ή το ταξικό κίνημα ως «καθολικό κίνημα»), επιδιώκοντας μία ιεράρχηση μέρους προς όλο. Μάλιστα, το έντονο υποκειμενικό στοιχείο και ο αποσπασματικός λόγος των απαρχών του οικολογικού κινήματος, αποδόθηκαν σ' αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του, στη μερικότητα.

Στην πραγματικότητα, η πολιτική οικολογία δυσκολεύεται να συναρθρωθεί σταθερά με την κοινωνική διαδικασία και τους κοινωνικούς αγώνες, όχι λόγω μερικότητας, αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: Επειδή «περικλείει» μακροσκοπικά το κοινωνικό φαινόμενο, ορίζοντας τα τοπικά και χρονικά όρια μέσα στα οποία αυτό διαδραματίζεται. Επειδή ακριβώς το περικλείει μακροσκοπικά, αυτή η σχέση εγκλεισμού μπορεί να γίνεται αντιληπτή μόνον κάτω από κατάλληλες συνθήκες «ορατότητας».

Η εξέλιξη των κοινωνιών, η επιστημονική τους μελέτη και η ιστορία τους έχoυν νόημα μόνον μέσα στο συγκεκριμένο οικολογικό φέρον πλαίσιό τους - στο «οικοσύστημα γη». Ακόμη και ο μακροπερίοδος ιστορικός χρόνος, με τη διαδοχή των κοινωνικών σχηματισμών και τη διαδικασία των ταξικών αγώνων, υπάρχει ως μέρος μιας ευρύτερης φυσικής χρονικής διάρκειας, του χρόνου των οικοσυστημάτων. Αν δεν θέλουμε ν’ ασπασθούμε ιστορικές θεωρίες που κινούνται στα πλαίσια της επιστημονικής φαντασίας, στο βαθμό πού είμαστε υποχρεωμένοι να προσαρτήσουμε στα πλαίσια της σκέψης μας τις φυσικές προϋποθέσεις του κοινωνικού και ιστορικού φαινομένου, η ιστορία και η κοινωνική διαδικασία προϋποθέτουν το βιολογικό και οικολογικό υπόβαθρό τους. Οτιδήποτε άλλο είναι αφαίρεση - άλλοτε θεμιτή, άλλοτε αυθαίρετη.

Χρειάζεται βέβαια μία διευκρίνιση: Αυτή η τοπολογικά αντεστραμμένη σχέση, δεν συνεπάγεται μία νέα αντεστραμμένη σχέση μέρους προς όλο.

Παρά τη σχέση «εγκλεισμού», μέσα στον εγκλεισμένο χώρο του κοινωνικού υπάρχουν «οπές ελευθερίας», πεδία πού δεν διέπονται από τούς βιολογικούς και οικολογικούς νόμους. Αν και ή οικολογία ορίζει σε τελευταία ανάλυση το σύνολο των εξωτερικών προϋποθέσεων της κοινωνίας, δεν καθορίζει με αποκλειστικό τρόπο το εσωτερικό της, τη δομή και τη λειτουργία της. Όπως διευκρινίστηκε στην αρχή, η κοινωνία δεν είναι οικοσύστημα.

Ο  διαχωρισμός με αδιαπέραστα στεγανά των πεδίων της γνώσης, κυρίως των λεγόμενων επιστημών του ανθρώπου από τις φυσικές επιστήμες, είχε ως δυσβάστακτο τίμημα, να εξαφανισθούν από το αναλυτικό πεδίο οι φυσικές προϋποθέσεις της ιστορικής εξέλιξης, με τελικό επακόλουθο την άγνοια του πραγματικού κόσμου ως όλου. Η απόλυτη κυριαρχία πάνω στη φύση και η αδιάκοπη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με τη μορφή μιας τεχνικο-οικονομικής ουτοπίας που αποδεικνύεται εντέλει δυσ-τοπία, είναι η πρόταση εκείνων που είναι αδύνατο να διακρίνουν όρια, επειδή δεν διακρίνουν το όλον και αρκούνται σε μυωπική ακτίνα ορατότητας.

Αναφερθήκαμε ήδη στις (φυσιολογικές) επιρροές επί της μαρξιστικής σκέψης, ιδίως των «επιγόνων» του Μαρξ, από προγενέστερες και σύγχρονες παραδόσεις, οι οποίες ανάγουν την κυριαρχία του ανθρώπου επί της φύσης ως ύψιστο μέσο για την επίτευξη της ευδαιμονίας, αν όχι και ως ηθικό καθήκον. Με τη βοήθεια κοινωνικών επιλεκτικών βαλβίδων, οι παραδόσεις αυτές γέμισαν ασφυκτικά ιδεολογικές αποσκευές της ιστορικής αριστεράς, ακόμη και με κωδικοποιημένο, «συνθηματολογικό» τρόπο, ενώ άλλα, αντιλέγοντα στοιχεία της μαρξικής και μαρξιστικής σκέψης, «φιλτραρίστηκαν» και απομακρύνθηκαν, δεν έγιναν ποτέ κτήμα του ιστορικού εργατικού κινήματος, Τα παραδοσιακά ρεύματα της αριστεράς (κομμουνιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εξίσου οι ποικίλοι τύποι του αριστε­ρισμού), κατά την εποχή της ιστορικής αισιοδοξίας, όχι μόνον έγιναν απολογητές του παραγωγισμού και της χωρίς όρια ανάπτυξης αλλά και πολύ αργότερα δεν μπόρεσαν ν’ αντιληφθούν έγκαιρα την επέλαση των κοινωνικών παραγωγικών δομών προς τα οικολογικά όρια πού περικλείουν την κοινωνία και την παραγωγή. Η θεωρία που προέρχεται από την μαρξιστική παράδοση είναι ακόμη και σήμερα, πολύ φτωχά εξοπλισμένη για να συνειδητοποιήσει σε βάθος και να πραγματευθεί το πρόβλημα αυτό.

Αλλά είναι η ίδια η επέλαση, αυτή που έκανε ορατή για πρώτη φορά - σε όσους έχoυν διαυγή όραση - τη «σχέση εγκλεισμού» της κοινωνίας από το οικοσύστημα. Μόλις στο τέλος της δεκαετίας του 1960 άρχισε να συνειδητοποιείται αυτή η σχέση εγκλεισμού. Σε κοινωνικό φαινόμενο, έστω και μειοψηφικό, κάποια στιγμή και σε κίνημα, εξελίχθηκε ακόμη αργότερα. Σε μεγάλες περιοχές του πλανήτη (όχι μακρινές, λόγου χάρη στην καθ’ ημάς Μεσογειακή Ευρώπη) και σε σημαντικά τμήματα των κοινωνιών, η διαδικασία αυτή είναι ακόμα στην αρχή, αν έχει αρχίσει. Για μία ακόμη φορά, κατά το μαρξικό λεχθέν, το είναι καθορίζει τη συνείδηση: Το σύστημα παραγωγής με την εξέλιξή του και η τροποποιημένη από αυτό κοινωνική δομή έγιναν ή υλική αφετηρία του οικολογικού κινήματος, όχι οι αντιαναπτυξιακές και αντιβιομηχανικές ιδεολογίες, όπως ισχυριζόταν λίγα χρόνια πριν ακόμη και μαρξιστές καθόλου δογματικοί. Μόνο με το υπερανεπτυγμένο βιομηχανικό κεφαλαιοκρατικό σύστημα προσεγγίσαμε τα οικολογικά όρια, ώστε κάποιοι μπόρεσαν να τα διακρίνουν (και να γίνονται όλο και περισσότεροι). Όπως ήδη επισημάνθηκε, ο Μαρξ στην εποχή του δεν θα μπορούσε να γίνει θεωρητι­κός υποστηρικτής ή πολέμιος της πολιτικής οικολογίας. Αυτό βέβαια δεν οφείλεται σε δική του έλλειψη διορατικότητας, αλλά στην εποχή του, και το συμπέρασμα για τους σημερινούς μαρξιστές και αριστερούς είναι ότι δεν μπορούν να τον επικαλούνται ως μάρτυρα για την ένδoξη επαλήθευση ή την πανηγυρική απόρριψη της οικολογίας.

Τέλος, είναι προφανές ότι οι οικολογικοί περιορισμοί είναι ανεξάρτητοι από τη δομή της κοινωνίας και δεν μπορούν ν’ αλλάξουν ή να καταργηθούν με κοινωνικούς μετασχηματισμούς, μεταρρυθμίσεις ή επαναστάσεις. Εκείνο πού μπορεί ν’ αλλάξει είναι η κοινωνία και η λογική της παραγωγής, με τέτοιο τρόπο ώστε να συνυπάρχουν αρμονικότερα με τη φύση.



 

ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΗ Η ΑΝΑΝΕΩΜΕΝΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠOΛIΠΚHΣ OIΚONOMIAΣ;

 

Αν και η οικολογία μπορεί να λειτουργεί οδηγητικά για ένα κίνημα χειραφέτησης μόνον όταν θέτει τον εαυτό της στο πλευρό μιας κριτικής κοινωνικής επιστήμης της χειραφέτησης (δηλαδή όταν εννοεί το αντικείμενό της σε σχέση με την κοινωνική κίνηση, ως μια από τις στιγμές της), ωστόσο η συζήτηση αυτής της κοινωνικής επιστήμης για τη χειραφέτηση του ανθρώπου είναι σε τελευταία ανάλυση μια συζήτηση για την οικολογία (Ludwig Trepl).[16]

Εδώ και δύο δεκαετίες ζούμε ήδη την εποχή που εμφανίζει μπροστά μας αλλεπάλληλους, τον ένα πίσω από τον άλλο, τους προειδοποιητικούς «μαύρους κύκνους» της τριπλής κρίσης:[17] Μετά την αποτυχία του κρατικά διευθυνόμενου «μεγάλου άλματος προς τον ουρανό», ακολούθησε πολύ σύντομα η δεύτερη επιβεβαίωση ότι οι θρίαμβοι του Homo oeconomicus είναι βραχύβιοι και εύθραυστοι, με τη διάψευση της ανορθολογικής οικονομικής ουτοπίας του «αόρατου χεριού», ότι  δήθεν οι αγορές, χωρίς έξωθεν επεμβάσεις, ισορροπούν ως κλειστό σύστημα. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ισορροπούν μακροπρό­θεσμα, «μακροπρόθεσμα θα έχουμε πεθάνει όλοι».[18] Όμως κατά βάθος, όλοι ήδη γνωρίζουν ότι η πραγματική μεγάλη κρίση είναι η τρίτη και ερχόμενη, η κλιματική. Αν αυτό αληθεύει, και στο βαθμό που ζητούμενο γίνεται πάλι όπως άλλοτε, μια ανανεωμένη κριτική τής Πολιτικής Οικονομίας, το εγχείρημα φαίνεται σήμερα ανέφικτο αν δεν έχει ως ορίζοντα την Οικολογία. Χωρίς αυτό τον ορίζοντα, μπορεί ίσως ν’ αναζητά κανείς τη μία η την άλλη εκδοχή στα πλαίσια της οικονομίας, όχι όμως πλέον την κριτική της. Η ικανότητα του κεφαλαίου να ενσωματώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις και η δυναμική της ανταλλακτικής αξίας (με τις επιπτώσεις της στο πεδίο των νοοτροπιών και της πολιτικής συμπεριφοράς), φαίνεται να έχουν αποκλείσει την παραδοσιακή αριστερή οδό της όξυνσης των οικονομικών ταξικών αντιθέσεων (ούτως ώστε να προκύψει αυτοματικά, χωρίς ωρίμανση κι  ενσυνείδητες διαδικασίες, η πολιτική ανατροπή του συστήματος).

Είδαμε επίσης ότι η επεκτατική τάση εις βάρος της λοιπής φύσης, είχε συνεισφέρει εξίσου πολλά για την οικοδόμηση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπου οι ακραίες ασυμβατότητες παρα­γωγικού συστήματος και φύσης συμβάδιζαν με τον πολύ χαμηλό βαθμό ευδαιμονίας των ανθρώπων. Ένα σχετικό ερώτημα προς διερεύνηση, είναι αν τρόποι παραγωγής όπου κυριαρχεί η υλική συσσώρευση και η ριζική αποικιοποίηση[19] των «μη ανταλλακτικών» τομέων του βιοτικού κόσμου και του εξωοικονομικού πεδίου (της εξωτερικής φύσης, όπως και της «εσωτερικής», δηλαδή της ψυχής του ανθρώπου), οδηγούν σε κοινωνίες εσωτερικής πόλωσης, ελλιπούς συνοχής, τελικά κοινωνίες εύθραυστες, οι οποίες καταρρέουν όταν υπερβούν κάποιο κρίσιμο όριο εντατικής κατάστασης.

Το βέβαιο είναι, ότι η θεωρία και η πολιτική που προέρχεται από την παράδοση του μαρξισμού, σε όποιες εκδοχές τους επικράτησαν και καταξιώθηκαν με εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις, δεν ήταν σε θέση ν’ ανταποκριθεί στις προκλήσεις ενός κόσμου πού άλλαζε με γοργό ρυθμό στον 20ό αιώνα, μετετράπη σε μία εκδοχή της Πολιτικής Οικονομίας ενώ φιλοδοξούσε να είναι η Κριτική της και εκφυλίστηκε σε προφήτη της νομοτελειακής προόδου και σ’ έναν από τούς συνηγόρους του αναπτυξιακού μύθου. Αλλά σήμερα δεν βρισκόμαστε στην αρχή αυτού του δρόμου, η ορατότητα είναι καλύτερη και υπάρχει λιγότερη ομίχλη ιστορικής αισιοδοξίας. Εν τω μεταξύ, πολύτιμα θραύσματα διορατικών «αιρέσεων» του παρελθόντος μπορούν να επαναξιολογηθούν χωρίς φόβο και πάθος. Η ίδια η αντιφατικότητα της μαρξικής κληρονομιάς γίνεται πια δεκτή με ανακούφιση μάλλον, παρά με απογοήτευση. Ίσως επίσης να γνωρίζουμε κάπως καλύτερα, τι είδους αλλαγή της κοινωνίας θέλουμε και τι απευχόμαστε. Η περιπέτεια της αριστεράς δείχνει σαφώς ότι η απάντηση πού δίνει κανείς όταν τον ρωτούν «πώς θέλεις τη μελλοντική κοινωνία», είναι μία από τις προϋποθέσεις για την αλλαγή της.

Αυτό όμως προϋποθέτει μια αναστοχαστική επιστροφή του κριτικού λόγου στην περίοδο που συγκροτήθηκε η αριστερά, από τη Γαλλική μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση, επιστροφή στα διλήμματα που αντιμετώπισε ο ίδιος ο Κάρολος Μαρξ και σε κάθε περίπτωση επανεπεξεργασία και ριζικές αναθεωρήσεις. Ασφαλώς προϋποθέτει εγκατάλειψη της αντίληψης περί νομοτελειακής πορείας προς ένα σοσιαλιστικό ή άλλο παραδείσιο μέλλον των κοινωνιών, ίσως και εγκατάλειψη της ίδιας της έννοιας της ιστορικής προόδου. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να είναι αναγκαία η στροφή (ή επιστροφή) προς την ιδέα, ότι ο βελτιωτικός μετασχηματισμός των κοινωνιών, προκειμένου να γίνουν περισσότερο συμβατές με τον (ουτοπικό) στόχο της ευδαιμονίας των ανθρώπων, αλλά και με τη φύση η οποία τις περιβάλλει και τις υποστηρίζει, είναι μεν εφικτός επειδή στηρίζεται σε εγγενείς δυνατότητες τόσο της φύσης (εξωτερικής και ανθρώπινης) όσο και των κοινωνιών, αλλά κατά πρώτο λόγο, είναι υπόθεση της ελεύθερης βούλη­σης, επιλογή των ανθρώπων με κριτήρια λογικά και ηθικά.

 


 

[1]  Αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι ο Alexander von Humboldt (Χούμπολντ, 1769 - 1859), ο οποίος είναι από τα πρώτα πρόσωπα που θα μπορούσαν να μοιράζονται επάξια την πατρότητα της επιστημονικής Οικολογίας (πολύ αργότερα ο Ernst Haeckel, μάλλον μηχανιστικός υλιστής, απλώς της έδωσε το όνομα), είναι αρκετά προγενέστερος του Καρόλου Μαρξ. Το περίφημο τετράτομο έργο της ωριμότητάς του, Kosmos (1845 - 1858), εκπονήθηκε ταυτόχρονα με τα πρώιμα έργα του Μάρξ (1843 Κριτική της  Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου και Το Εβραϊκό Ζήτημα, 1844 Οικονομικά - Φιλοσοφικά Χειρόγραφα,1845 Θέσεις για τον Φόυερμπαχ και Γερμανική Ιδεολογία, 1848 Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, 1852 Η 18η Brumaire του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, 1857 Grundrisse). Ωστόσο, η οικολογία ως πολιτική πρόταση είναι υπόθεση μεταγενέστερη των Χούμπολντ και Μαρξ κατά έναν αιώνα τουλάχιστον.

[2]  Το Κεφάλαιο, τόμος 1, τέλος της ενότητας «Μηχανές και βαριά Βιομηχανία»

[3] «Το ότι απαρνούμαστε τον αναστοχασμό, αυτό είναι ο θετικισμός» (Jürgen Habermas, Πρόλογος στο Erkenntnis und Interesse, Suhrkamp Verlag, Φραγκφούρτη 1973, σελ. 9.

[4]  Βλ. ελλ. μτφ. Υψιλον, σελ. 14.

[5]    Βλ. John Ruskin, Ο Βασιλιάς του Χρυσού Ποταμού (μτφ. Γιώργος Μπλάνας, Ερατώ 2007), Unto this Last και άλλα έργα του.

Oscar Wilde, Η ψυχή του ανθρώπου στο σοσιαλισμό (μτφ. Ο. Καράγιωργα, Σοκόλη 2008), Ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας, κ.α.

[6]   Lewis Mumford, Ο Μύθος της Μηχανής (Ι & ΙΙ), Νησίδες 2005. Αλλα έργα στις ίδιες εκδόσεις: Η ιστορία των ουτοπιών, Η προσωπικότητα στην ιστορία, Οι μεταμορφώσεις του ανθρώπου, Τέχνη και Τεχνική.

[7]   C. Wright Mills, Η Κοινωνιολογική φαντασία, ελλ. μτφ. Ν. Μακρυνικόλα, Σ. Τσακνιάς, επ. Γιάννης Η. Χάρης, Ολκός 1972.

[8]  rgen Habermas, Το πώμα του μπουκαλιού, συνέντευξη στον Josef Früchtle για την επέτειο των 70 χρόνων από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Γκαίτε της Φραγκφούρτης (1984), περιοδικό Links τ. 178/1985, ελλ. μτφ O Πολίτης, τ. 81 - 82, Ιούλιος – Αύγ. 1987.

[9]   Michelangelo Antonioni: Νύχτα (1961), Έκλειψη (1962), Κόκκινη Έρημος (1964), Blow Up (1966), Zabriskie Point (1970).

[10]  Akira Kurosawa, Dersu Uzala (1975), Dreams (1990).

[11]   Alexander Mitscherlich, Die Unwirtlichkeit unserer Städte Anstiftung zum Unfrieden, Suhrkamp, Φραγκφούρτη 1965 ο άξενο των πόλεων πρωτουργό στην ψυχική αποργάνωση του πολίτη, μτφ. Στ. Γιαννόπουλος, Ηριδανός, Αθήνα.

[12] Carl Amery, Natur als Politik, Rowohlt Verl., Αμβούργο 1976, αναδημοσιευμένο στον τόμο του ιδίου Die ökologische Chance, Süddeutscher Verlag, Μόναχο 1985 (για τον μαρξισμό ως «ασυνεπή υλισμό», βλ. σελ. 201 κ.ο.κ ).

[13]  Με τoν τρόπο του Antonio Gramsci.

[14] Elmar Altvater, Ökologische und ökonomische Modälitaten von Zeit und Raum, PROKLA τ. 67, Juni 1987, Rotbuch Verlag, Βερο­λίνο, σελ. 35 (ελλ. μτφ. Οικονομικές και οικολογικές όψεις του χρόνου και του χώρου, O Πολίτης, τ. 88 - 89, Φεβρ. - Μάρτιος, 1988. Βλ. και το ευρύτερο έργο του ιδίου Sachzwang Weltmarkt - Verschuldungskrise, blockierte Industrialisierung, ökologische Gefährdung - der Fall Brasilien, VSA Verlag, Αμβούργο 1987

[15]  Ernst Bloch, Über Naturbilder seit Ausgang des 19 Jahrhunderts, στον τόμο Bloch, Literarische Aufsätze, Suhrkamp, 1984, σ. 451.

[16]     Ludwig Trepl, Vom Nutzen der Ökologie fur eine emanzipatorische Bewegung, στο περιοδικό Kommune 4/1985, Φραγκφούρτη (ελλ. μτφ. Η χρησιμότητα της οικολογίας για ένα κίνημα χειραφέτησης, Ο Πολίτης, τ. 97, Μάρτιος 1989).

[17]     Joschka Fischer, Black Swan World, Ρroject Syndicate/Ιnstitute of Ηuman Sciences, 2009 (αναδημοσίευση Το Βήμα 08/05/2009).

[18]  “In the long run we are all dead”, John Maynard Keynes, A Tract on Monetary Reform (1923)

[19] Jürgen Habermas, Theorie des kommunikativen Handelnsεωρία του επικοινωνιακού πράττειν), Suhrkamp, Φραγκφούρτη

 

Νεότερη επεξεργασία της δημοσίευσης

Η αριστερά ως συνήγορος του αναπτυξιακού μύθου

(Ο Πολίτης τ. 88 - 89, Φεβρουάριος - Μάρτιος 1988)

Επιστροφή